Τα πτωχευτικά αδικήματα σύμφωνα με το Σχέδιο του νέου Πτωχευτικού Κώδικα

Θεόδωρος Παπακυριάκου
Λέκτορας Νομικής Α.Π.Θ.

Το ισχύον δίκαιο διακρίνει δύο ομάδες πτωχευτικών αδικημάτων: Αφενός τα αδικήματα της απλής και δόλιας χρεοκοπίας, που ως πρόσφορο υποκείμενο τέλεσης έχουν τον οφειλέτη έμπορο που πτωχεύει ή σε περιπτώσεις εταιριών τους διαχειριστές αυτών (άρ. 678-686 ΕΝ), και αφετέρου τα αδικήματα τρίτων προσώπων (: συγγενών του εμπόρου, δανειστών, συνδίκου κ.λπ.) που εμπλέκονται στην πτωχευτική διαδικασία (άρ. 687-693 ΕΝ). Οι διατάξεις που τυποποιούν τα σχετικά αδικήματα ανάγονται χρονολογικά, όπως και ο βασικός κορμός των διατάξεων του ουσιαστικού πτωχευτικού δικαίου, στο 19ο αιώνα. Νεότερης προέλευσης είναι μόνον η πρόβλεψη του πλαισίου ποινής, που γίνεται κυρίως με το άρθρο 398 ΠΚ.

Οι παραπάνω διατάξεις έχουν καταστεί μέχρι σήμερα αντικείμενο σφοδρής κριτικής από τη θεωρία. Τούτο οφείλεται σε περισσότερους λόγους. Σε ό,τι αφορά π.χ. τα αυτοτελή και ανεξάρτητα μεταξύ τους αδικήματα της απλής και δόλιας χρεοκοπίας, τα οποία τυποποιούνται ως γνήσια πολύτροπα εγκλήματα σε βαθμό πλημμελήματος, διαπιστώνει κανείς ότι οι επιμέρους τρόποι τέλεσής τους αφενός περιγράφονται ενίοτε με εξαιρετικά αόριστο τρόπο και αφετέρου δεν μπορούν να ταξινομηθούν με βάση κάποιο ευκρινές συστηματικό κριτήριο, ενώ έκδηλες είναι και πολλές αλληλοεπικαλύψεις. Τα παραπάνω αρνητικά χαρακτηριστικά προβάλλουν έντονα π.χ. στις διατάξεις των άρθρων 680 και 685 παρ. 5 ΕΝ: Η πρώτη διάταξη προβλέπει την ποινική ευθύνη των διαχειριστών μίας εταιρίας για απλή χρεοκοπία, «εάν εξ υπαιτιότητας αυτών επήλθεν η πτώχευσις της εταιρίας», ενώ την ίδια στιγμή η δεύτερη διάταξη προβλέπει και πάλι την τιμώρηση των αυτών προσώπων για δόλια χρεοκοπία αυτή τη φορά, «εάν δώσωσι αφορμήν εις την πτώχευσιν της εταιρίας εκ δόλου ή συνεπεία δολίων πράξεων». Παραπέρα, λόγω της κακότεχνης διατύπωσης των περισσότερων διατάξεων, επικρατεί ασάφεια, μεταξύ άλλων, ως προς τη λειτουργική σχέση των επιμέρους τυποποιούμενων συμπεριφορών με την πτώχευση (: παύση πληρωμών) του εμπόρου, γεγονός που καθιστά δυσχερέστατη και την (μεγάλης πρακτικής σημασίας) ακριβή δογματική αξιολόγηση του σχετικού στοιχείου (: στοιχείο αντικειμενικής υπόστασης ή εξωτερικός όρος του αξιοποίνου;). Τέλος, σύγχυση επικρατεί και ως προς τις εκάστοτε υποκειμενικές προϋποθέσεις του αξιοποίνου, αφού σε διάφορες νομοτυπικές περιγραφές υφέρπει η έννοια της αμέλειας ως επαρκούς μορφής υπαιτιότητας, χωρίς ωστόσο να κατονομάζεται ρητά (π.χ. άρ. 680 και 682 περ. 5 ΕΝ).

Με το Σχέδιο του νέου Πτωχευτικού Κώδικα, και ειδικότερα με τα άρθρα 171 έως 177 αυτού, επιχειρείται, στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας αναμόρφωσης του ελληνικού πτωχευτικού δικαίου, μία ριζική αναδόμηση και του θεσμικού πλαισίου για την ποινική αντιμετώπιση της πτώχευσης. Οι σχετικοί κανόνες, που ακολουθούν σε μεγάλη έκταση το πρότυπο των σχετικών με τα πτωχευτικά αδικήματα διατάξεων του γερμανικού ποινικού κώδικα (άρθρα 283 επ. StGB), πετυχαίνουν σε μεγάλο βαθμό να άρουν τη συστημική αναρχία και πολλές από τις ασάφειες του ισχύοντος δικαίου. Και το Σχέδιο διακρίνει μεταξύ δύο ομάδων αδικημάτων: τα αδικήματα με πρόσφορο υποκείμενο τέλεσης τον οφειλέτη έμπορο (ή σε περιπτώσεις νομικών προσώπων-οφειλετών τους διοικητές αυτών) και τα αδικήματα τρίτων προσώπων που εμπλέκονται στην πτωχευτική διαδικασία.

Ριζική μεταρρύθμιση επιχειρείται κυρίως ως προς τα αδικήματα της πρώτης ομάδας, όπου συναντά κανείς πλέον δύο τύπους αδικημάτων: το αδίκημα της χρεοκοπίας (άρ. 171 Σχεδίου) και το αδίκημα της ευνοϊκής μεταχείρισης πιστωτή (άρ. 172 Σχεδίου). Η διάκριση μεταξύ απλής και δόλιας χρεοκοπίας καταργείται, ενώ παράλληλα αποποινικοποιούνται διάφορες συμπεριφορές που συνιστούν κατά το ισχύον δίκαιο απλή ή δόλια χρεοκοπία. Έτσι, π.χ., παύει πλέον να συνιστά χρεοκοπία η μη υποβολή δήλωσης παύσης πληρωμών από τον οφειλέτη έμπορο (άρ. 679 περ. 5 ΕΝ) ή η παράλειψη δημοσίευσης καταστατικού εταιρίας από τους διαχειριστές αυτής (άρ. 680 και 685 παρ. 1 ΕΝ). Στο πλαίσιο της ενιαίας τυποποίησης του αδικήματος της χρεοκοπίας (άρ. 171 Σχεδίου) διακρίνει κανείς πλέον δύο βασικές μορφές του αδικήματος σε βαθμό πλημμελήματος που προϋποθέτουν δόλο (απειλούμενη ποινή: φυλάκιση 2 έως 5 έτη και χρηματική ποινή), δύο αντίστοιχες διακεκριμένες παραλλαγές σε βαθμό κακουργήματος (απειλούμενη ποινή: κάθειρξη 5 έως 10 έτη) και μία ακόμη βασική μορφή, όπου αρκεί η αμέλεια (απειλούμενη ποινή: φυλάκιση 10 ημέρες μέχρι 2 έτη).



Αξιόποινος κηρύσσεται σε γενικές γραμμές ο οφειλέτης έμπορος που είτε προκαλεί με συγκεκριμένες συμπεριφορές (: τρόπους τέλεσης) την παύση των πληρωμών του είτε επιδεικνύει τις ίδιες συμπεριφορές (: τρόπους τέλεσης) μετά την παύση των πληρωμών του ή και 6 μήνες πριν απ' αυτήν. Στις περιπτώσεις νομικών προσώπων-οφειλετών την αντίστοιχη ευθύνη φέρουν οι διαχειριστές αυτών, τα μέλη της διοίκησής τους ή οι διευθυντές τους. Οι (για τα πλημμελήματα δόλου και τα κακουργήματα) συνολικά 9 κοινές κατηγορίες τρόπων τέλεσης (άρ. 171 παρ. 1 και 176 παρ. 2 Σχεδίου) δομούνται με βάση διακριτά συστηματικά κριτήρια: Οι πρώτες 6 κατηγορίες αναφέρονται σε συμπεριφορές που οδηγούν σε ελάττωση της πτωχευτικής περιουσίας είτε λόγω μείωσης του ενεργητικού είτε λόγω αύξησης του παθητικού αυτής (π.χ. απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, διενέργεια ζημιογόνων δικαιοπραξιών ή αντιοικονομικών δαπανών, επίκληση εικονικών οφειλών), ενώ οι υπόλοιπες 3 αφορούν συμπεριφορές που οδηγούν σε αλλοίωση της λογιστικής απεικόνισης της πτωχευτικής περιουσίας (π.χ. μη τήρηση βιβλίων και στοιχείων, αλλοίωση των εγγραφών αυτών, παράλειψη σύνταξης ισολογισμού και απογραφής). Αν ο οφειλέτης έμπορος με τις παραπάνω συμπεριφορές του εκθέτει σε κίνδυνο απώλειας εμπιστευμένα περιουσιακά στοιχεία τουλάχιστον 20 προσώπων ή φέρνει τουλάχιστον 20 πρόσωπα σε οικονομική ανάγκη, τότε στοιχειοθετείται ευθύνη του σε βαθμό κακουργήματος. Με την τυποποίηση του αυτοτελούς αδικήματος της ευνοϊκής μεταχείρισης πιστωτή (άρ. 172 Σχεδίου) καθίστανται τέλος αξιόποινες σε βαθμό πλημμελήματος (απειλούμενη ποινή: φυλάκιση 10 ημέρες έως 2 έτη και χρηματική ποινή) και συμπεριφορές του οφειλέτη εμπόρου που δεν επηρεάζουν τη σύνθεση ή τη λογιστική απεικόνιση της πτωχευτικής περιουσίας, αλλά τη δίκαιη διανομή της προς τους πιστωτές του. Για τη θεμελίωση του αξιοποίνου αναγκαίο είναι πλέον σε όλες τις περιπτώσεις όχι μόνο το ουσιαστικό στοιχείο της (επαπειλούμενης ή) επελθούσας παύσης των πληρωμών (: ως αποτέλεσμα ή χρονικό πλαίσιο της συμπεριφοράς του εμπόρου), αλλά και το τυπικό διαδικαστικό στοιχείο της κήρυξης της πτώχευσης ή της απόρριψης σχετικής αίτησης ελλείψει πτωχευτικής περιουσίας.

Το Σχέδιο εισάγει παραπέρα ρυθμίσεις και για την ποινική ευθύνη τρίτων προσώπων (: πιστωτών του εμπόρου, συγγενών του, συνδίκου κ.λπ.) που εμπλέκονται στην πτωχευτική διαδικασία (άρ. 173 έως 175). Πολλές απ' αυτές αποτελούν παραλλαγές διατάξεων του ισχύοντος δικαίου, τμήμα του οποίου πάντως καταργείται. Συνδετικό κρίκο των ρυθμίσεων αποτελεί το γεγονός ότι αναφέρονται σε πράξεις που οδηγούν σε ελάττωση της πτωχευτικής περιουσίας ή σε προσβολή αρχών της πτωχευτικής διαδικασίας και δεν μπορούν (κατά κανόνα) να καλυφθούν από τα άρθρα 171 και 172 του Σχεδίου σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί συμμετοχής του ΠΚ, γιατί ο τρίτος δεν συμπράττει με τον οφειλέτη έμπορο, έτσι ώστε να μπορεί κατά περίπτωση να τιμωρηθεί ως αναγκαίος συνεργός αδικήματος χρεοκοπίας (με έμμεσο αυτουργό τον οφειλέτη έμπορο) ή ως ηθικός αυτουργός ή άμεσος ή απλός συνεργός.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι διατάξεις του Σχεδίου κινούνται γενικά σε ορθή κατεύθυνση. Εμφανείς είναι ωστόσο ακόμη κάποιες λεκτικές και ρυθμιστικές αστοχίες, οι οποίες πλήττουν τη θετική πρώτη εικόνα. Έτσι, π.χ., το άρθρο 171 παρ. 1 του Σχεδίου, συνδέοντας (κατά τρόπο που θυμίζει τις αστικοδικαιικές ρυθμίσεις για την πτωχευτική ανάκληση) την πτωχευτική ποινική ευθύνη με πράξεις του εμπόρου που τελούνται «κατά την ύποπτη περίοδο ή και έξι μήνες πριν», αφενός φαίνεται να εισάγει ατιμωρησία για τον έμπορο που ενεργεί βλαπτικά για τους δανειστές του μετά την κήρυξη της πτώχευσης (: αφού μετά την κήρυξη παύει πλέον η διάρκεια της ύποπτης περιόδου) και αφετέρου φαίνεται να εισάγει αξιόποινο ακόμη και για τον έμπορο εκείνον που ενεργεί χωρίς να συντρέχει οποιαδήποτε ένδειξη οικονομικής κρίσης της επιχείρησής του (: αρκεί η πράξη να τελείται εντός 6 μηνών πριν από την παύση των πληρωμών). Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για εσφαλμένες επιλογές: τα συμφέροντα των πιστωτών του μπορεί να τα βλάψει ο οφειλέτης έμπορος εξίσου και μετά την κήρυξη της πτώχευσής του (π.χ. αποκρύπτοντας περιουσιακά στοιχεία ή καταστρέφοντας λογιστικά βιβλία), ενώ, εξάλλου, η αυξημένη πτωχευτική ποινική ευθύνη νομιμοποιείται μόνον όταν συνδέεται με ένα ευχερώς διαγνώσιμο κατά τη στιγμή της πράξης ουσιαστικό κριτήριο, το οποίο να μπορεί να αντιληφθεί εξαρχής ο οφειλέτης έμπορος (όπως π.χ. η κατάσταση επαπειλούμενης έστω παύσης των πληρωμών). Παραπέρα, ορίζοντας το άρθρο 171 παρ. 1 περ. η΄ του Σχεδίου ότι τιμωρείται με τις ποινές της χρεοκοπίας όποιος κατά τον κρίσιμο χρόνο «ελαττώνει την κατάσταση της περιουσίας του με άλλον τρόπο», ανατρέπει το όφελος που προκύπτει από την πρόβλεψη συγκεκριμένων τρόπων τέλεσης του αδικήματος της χρεοκοπίας, αφού φαίνεται να καθιστά τελικά αξιόποινη κάθε ανάλωση περιουσιακών στοιχείων από τον έμπορο, ακόμη και αν πρόκειται π.χ. για αναγκαίες λειτουργικές δαπάνες της επιχείρησής του ή για αναγκαίες δαπάνες ένδυσης και διατροφής του. Η συμπλήρωση της ρύθμισης με ένα περιοριστικό κριτήριο (π.χ. πράξη ελάττωσης που να προσβάλλει βαριά τους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης) αποτελεί ως εκ τούτου ελάχιστη δικαιοκρατική επιταγή. Οι παραπάνω, ενδεικτικά αναφερόμενες αστοχίες, όπως και άλλες ατέλειες του Σχεδίου, θα πρέπει να καταστούν έγκαιρα αντικείμενο ενασχόλησης των Νομικών, έτσι ώστε το νέο πτωχευτικό (ποινικό) δίκαιο, στην τελική του πλέον μορφή, να μπορεί να επιτελέσει αποτελεσματικά το ρυθμιστικό έργο του, παραμένοντας συμβατό με τις αρχές του κράτους δικαίου.
Ακολουθήστε μας στο Twitter Ακολουθήστε μας στο Facebook

Copyright© 2006-2014 - Νομικά χρονικά - All Rights Reserved