Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης - 30 χρόνια μετά

Βασίλειος Σκουρής
πρώην Προέδρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης


Είναι ασφαλώς λυπηρό το γεγονός ότι παρά την πάροδο 30 ετών από την πρώτη δημόσια εκδήλωση της Ε.Νο.Β.Ε. το θέμα που είχε επιλεγεί το 1987 παραμένει δυστυχώς επίκαιρο . Τότε την αφορμή για τον ορισμό του είχαν δώσει προβλήματα μάλλον τοπικά, καθώς είχαν παρατηρηθεί φαινόμενα που έθεταν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στην πόλη μας. Σήμερα η κατάσταση έχει επιδεινωθεί δραματικά και συνολικά, οι επιθέσεις κατά της δικαιοσύνης βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη και οι δικαστές έχουν την αίσθηση –αν όχι τη βεβαιότητα– ότι στοχοποιούνται. Η δε ανεξαρτησία της δικαιοσύνης απασχολεί τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σχεδόν καθημερινά και αποτελεί σημείο σφοδρών πολιτικών συγκρούσεων. Παράγοντες του δημόσιου βίου διακηρύσσουν σε υψηλούς τόνους είτε ότι έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη, είτε καταγγέλλουν πολιτικές παρεμβάσεις στη λειτουργία της, ανάλογα με το υπό συζήτηση θέμα, τη θέση, την οποία κατέχουν, ή την παράταξη, στην οποία ανήκουν.


Ο έντονος αυτός δημόσιος διάλογος, και αν ακόμη δεχθούμε ότι δεν υπαγορεύεται από γνήσιο ενδιαφέρον για βελτίωση της σημερινής κατάστασης, αποδεικνύει πάντως ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης διέρχεται σοβαρή κρίση αξιοπιστίας και τελεί υπό συνεχή αμφισβήτηση, με αποτέλεσμα η δικαιοσύνη ως κρατική λειτουργία να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από τους πολίτες και η ίδια να αισθάνεται ότι απειλείται από τις ενέργειες της πολιτικής εξουσίας. Σε κάθε περίπτωση πάντως φαίνεται να επικρατεί η πεποίθηση στην κοινή γνώμη ότι η κρίση αυτή είναι προεχόντως θεσμική, ότι δηλαδή οφείλεται στην ανεπάρκεια των θεσμικών εγγυήσεων που προορίζονται να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και ότι ο ενδεδειγμένος τρόπος για να αντιμετωπισθεί είναι μέσω νομοθετικών πρωτοβουλιών και μεταρρυθμίσεων του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου.


Ποια είναι όμως τα αίτια για την κρίση αξιοπιστίας που περιβάλλει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και μέσω αυτής το δικαιοδοτικό σύστημα ενγένει; Υπάρχει πράγματι έλλειμμα επαρκούς και κατάλληλου νομοθετικού πλαισίου; Συνιστούν η κρίση αξιοπιστίας και οι αλλοιώσεις της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν με θεσμικές παρεμβάσεις;


Για να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά, χρειάζεται να υπενθυμίσουμε τα θεωρητικά θεμέλια της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και τα βασικά εννοιολογικά της χαρακτηριστικά. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι στενά συνυφασμένη με τις αλληλένδετες αρχές του κράτους δικαίου και της διάκρισης των εξουσιών. Αφενός, η κρατική εξουσία στο σύνολό της πρέπει να ασκείται σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους, αλλά και να υπόκειται σε πλήρη και αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο. Αφετέρου, η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική λειτουργία οφείλουν να είναι διακριτές και να ασκούνται από διαφορετικά όργανα της πολιτείας.


Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ήδη και μόνο με την καθιέρωση διακεκριμένης δικαστικής λειτουργίας στο άρθρο 26 του Συντάγματος σηματοδοτείται και η ανεξαρτησία της. Σύμφωνα με το άρθρο 26 η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια και οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού λαού. Ωστόσο η απλή, τυπική και γενική διάκριση των εξουσιών δεν τακτοποιεί, ούτε οριοθετεί τις μεταξύ τους σχέσεις. Το πλέγμα των έννομων σχέσεων μεταξύ των τριών κλασικών κρατικών λειτουργιών με τις τριβές, τις διασταυρώσεις, τις επικαλύψεις και τις αλληλεπιδράσεις τους είναι στο σύγχρονο κράτος τόσο πολυσχιδές και πολύπλοκο, ώστε οι λιτοί κανόνες του άρθρου 26 του Συντάγματος να μην αποτελούν παρά μια αφετηρία.


Επιπλέον, η ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας δεν εξαντλείται στη γενική και αφηρημένη έννοια της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης ως συστήματος δικαιοδοτικών μηχανισμών. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι όρος άγνωστος στο Σύνταγμα. Οι διατάξεις του Συντάγματος αναγνωρίζουν, θεσπίζουν και επιχειρούν να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ανεξαρτησία των δικαστηρίων. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν αναφέρεται, ούτε κατοχυρώνεται σε συγκεκριμένη διάταξη, οπότε και υπό την προσωπική και υπό τη λειτουργική της μορφή η ανεξαρτησία ανήκει λοιπόν κατά το Σύνταγμα στους δικαστές και όχι στη δικαιοσύνη.


Η λειτουργική ανεξαρτησία σχετίζεται με τον τρόπο, με τον οποίο οι δικαστές καλούνται να επιτελέσουν τα δικαστικά τους καθήκοντα. Πυλώνες της ανεξαρτησίας υπό τη λειτουργική της εκδοχή είναι αφενός η υποχρέωση των δικαστών να μην εφαρμόζουν νόμους, οι οποίοι αντίκεινται στο Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 4 Σ) και αφετέρου η πρόβλεψη ότι οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους (άρθρο 87 παρ. 2 Σ). Ο δικαστής πρέπει να απονέμει δικαιοσύνη, βασιζόμενος αποκλειστικά στο Σύνταγμα, τους νόμους και τη συνείδησή του, χωρίς να υποκύπτει σε πιέσεις ή να δέχεται οδηγίες από άλλα κρατικά όργανα ή ιεραρχικώς ανώτερα δικαστήρια. Στην ελληνική έννομη τάξη δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις νοείται μόνο στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης και εντός των στενών ορίων του δεδικασμένου. Ακόμη ο δικαστής οφείλει να αγνοεί υποδείξεις που προέρχονται από άλλες πηγές, όπως είναι διάφοροι πολιτικοί οργανισμοί και πολιτικές δυνάμεις, κοινωνικές ομάδες, μη κυβερνητικές οργανώσεις, μέσα μαζικής ενημέρωσης, σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης.


Με τον όρο «προσωπική ανεξαρτησία» αναφερόμαστε στον ίδιο τον δικαστικό λειτουργό και εξετάζουμε την προσωπική του κατάσταση και εξέλιξη. Η προσωπική ανεξαρτησία εξασφαλίζεται μέσω εγγυήσεων σχετικών με τις διαδικασίες επιλογής και διορισμού των δικαστών, τη διάρκεια της θητείας τους, τα ασυμβίβαστα, τις προαγωγές και μεταθέσεις, την επιθεώρηση των δικαστών, την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων, τη μισθολογική κατάσταση κ.ο.κ. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι οι συνταγματικές εγγυήσεις είναι πολλαπλές. Προέχουν ο αδιάβλητος, βάσει προσόντων και μετά από διαγωνισμό και τη φοίτηση στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, διορισμός των δικαστών, η ισοβιότητά τους, η ανάθεση της επιθεώρησης των δικαστών αποκλειστικά σε συναδέλφους τους ανώτερου βαθμού, η επιφύλαξη στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του εκάστοτε δικαιοδοτικού κλάδου κάθε απόφασης σχετικής με την υπηρεσιακή εξέλιξη των δικαστών καθώς και η ανάθεση του πειθαρχικού ελέγχου των δικαστών σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια που αποτελούνται μόνο από δικαστές. Ήδη τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι αυτό που χαρακτηρίζει το καθεστώς προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών είναι η ευρύτατη αυτοδιοίκηση της δικαιοσύνης, δηλαδή η ρύθμιση της προσωπικής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών από όργανα αμιγώς δικαστικά χωρίς την παρεμβολή φορέων της νομοθετικής και ιδίως της εκτελεστικής εξουσίας.


Από τη συνοπτική αυτή αναφορά των συνταγματικών εγγυήσεων της δικαστικής ανεξαρτησίας προκύπτει ότι το θεσμικό πλαίσιο είναι πυκνό και επαρκές. Οι προβλέψεις του Συντάγματος είναι διεξοδικές και σαφείς και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική Δημοκρατία διαθέτει ένα από τα πλέον ολοκληρωμένα συστήματα αυτοδιοίκησης της δικαιοσύνης. Γιατί τότε είναι διάχυτη η αντίληψη ότι η δικαστική ανεξαρτησία βρίσκεται σε διαρκή κρίση;


Εδώ είναι αλήθεια ότι ορισμένες συνταγματικές επιλογές έχουν υποστεί σκληρή κριτική και η ρύθμιση που αποτελεί εξαρχής αντικείμενο έντονου προβληματισμού είναι το ά. 90 παρ. 5 του Συντάγματος που ορίζει ότι η επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων πραγματοποιείται με π.δ. μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, μεταξύ όμως των δικαστικών λειτουργών που υπηρετούν ήδη στα δικαστήρια αυτά, όπου έχουν προαχθεί από τους συναδέλφους τους. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι τον αποφασιστικό λόγο έχει εδώ η Κυβέρνηση, πράγμα που έχει προκαλέσει σειρά προτάσεων με στόχο τον περιορισμό της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργικού Συμβουλίου, όπως η ανάδειξη των προεδρείων κατ΄ αρχαιότητα ή με κλήρωση μεταξύ των ανώτατων δικαστικών, η εκλογή με μυστική ψηφοφορία από την ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, η σύσταση ειδικού εκλεκτορικού σώματος με πλειοψηφία δικαστών, αλλά και με τη συμμετοχή πανεπιστημιακών και δικηγόρων. Πριν μερικά χρόνια προβλέφθηκε η σύνταξη καταλόγου εκλόγιμων ή εκλέξιμων δικαστών από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και η αποστολή του στη Βουλή για γνωμοδότηση.


Στο σημείο αυτό θέλω να κάνω δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη είναι ότι φαίνεται δύσκολο να καταργηθεί κάθε ανάμιξη της Κυβέρνησης ή της Βουλής στην ανάδειξη της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, διότι τότε θα εξέλιπε και ο τελευταίος κρίκος που συνδέει τη δικαστική λειτουργία με τη λαϊκή κυριαρχία. Ας μη λησμονούμε ότι κατά το θεμελιώδες άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος «όλες οι εξουσίες –άρα και η δικαστική– πηγάζουν από το Λαό… και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα». Συνεπώς επιβάλλεται μία –έστω και χαλαρή– δημοκρατική νομιμοποίηση της δικαστικής εξουσίας που παρέχεται σήμερα μέσω της διαδικασίας διορισμού της ηγεσίας της. Κατά δεύτερο λόγο είναι υπερβολικός και υποτιμητικός ο ισχυρισμός ότι ο υφιστάμενος τρόπος επιλογής στην κορυφή της δικαιοσύνης προκαλεί από μόνος του τέτοιο βαθμό εξάρτησης από την Κυβέρνηση, ώστε να θίγεται το κύρος και να επηρεάζεται η αξιοπιστία της δικαιοσύνης συνολικά. Αν οι θεσμικές εγγυήσεις δεν επαρκούν και εφόσον –όπως βασίμως υποστηρίζεται– οι επιλογές της ηγεσίας της δικαιοσύνης δεν γίνονται με αξιοκρατικά, αλλά ενίοτε με «πολιτικά» κριτήρια, τότε δεν έχουν αποτύχει οι θεσμοί, αλλά αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων οι επιλέγοντες και οι επιλεγόμενοι. Και επιλέγοντες εδώ δεν είναι μόνο τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, αλλά και τα μέλη των ανώτατων δικαστικών συμβουλίων που έχουν προηγουμένως προαγάγει (και άρα καταστήσει επιλέξιμους) μέτριους λειτουργούς της δικαιοσύνης στο ΣτΕ, τον ΑΠ ή το ΕΣ.


Πρόσφατα μία νέα φρασεολογία εισήλθε στον δημόσιο διάλογο, καθώς από επίσημα κυβερνητικά χείλη προβάλλεται η επιθυμία ή απαίτηση οι δικαστικές αποφάσεις να αντανακλούν το λεγόμενο κοινό περί δικαίου αίσθημα. Τι σημαίνει ακριβώς αυτό; Ποιος εκφράζει αυτό το αίσθημα και τι συμβαίνει αν υπάρχουν υπόνοιες ή ακόμη και βάσιμες ενδείξεις δυσαρμονίας μεταξύ του αισθήματος και της απόφασης; Θα επικρατήσει το αίσθημα ή θα κατισχύσει η απόφαση; Στην πραγματικότητα η απάντηση είναι απλή. Το κοινό περί δικαίου αίσθημα δεν έχει καμία θέση στη συζήτηση για τη δικαιοσύνη, η επίκλησή του γίνεται εκ του πονηρού και με σκοπό να μετριάσει ή και να εξουδετερώσει τις συνέπειες της δικαστικής απόφασης, η δε ενδεχόμενη επικράτησή του απειλεί καίρια την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, καθώς την καλεί να αφουγκράζεται την κοινωνία και να συντονίζει τις ενέργειές της με την εικαζόμενη βούληση μίας θολής πλειοψηφίας. Η ορθή δικανική κρίση δεν συμβαδίζει αναγκαστικά με τις όποιες πλειοψηφίες διαμορφώνονται στην κοινωνία, αλλά οφείλει να προστατεύει και τα δικαιώματα των ολίγων έναντι των πολλών. Οι δικαστές δεν ακολουθούν τις ευμετάβλητες πλειοψηφίες της κοινής γνώμης, αλλά το Σύνταγμα και τους νόμους.


Στην ίδια παραπλανητική κατεύθυνση κινείται το απλοϊκό ερώτημα αν οι δικαστικές αποφάσεις επιδέχονται κριτική και, εφόσον η απάντηση είναι –και δεν μπορεί παρά να είναι– θετική, να ασκείται κριτική από κυβερνητικά στελέχη, που επικαλούνται ένα αναφαίρετο –προφανώς ατομικό– δικαίωμά τους. Όσοι προβάλλουν τέτοιου είδους επιχειρήματα, έχοντας την ιδιότητα των φορέων εκτελεστικής εξουσίας, αγνοούν ότι οφείλουν σεβασμό στη θεμελιώδη για το πολίτευμά μας διάκριση των εξουσιών και συνεπώς δεν δικαιούνται να σχολιάζουν δικαστικές αποφάσεις. Το συνταγματικό καθήκον τους είναι να σιωπούν, να συμμορφώνονται σ΄αυτές και να τις εκτελούν. Άλλωστε η δεσμευτικότητα, με άλλες λέξεις το δεδικασμένο που παράγουν οι δικαστικές αποφάσεις, αναδεικνύεται στην ορθή του διάσταση, κυρίως όταν οι δεσμευόμενοι φορείς δεν συμφωνούν με τη δικανική κρίση, την οποία καλούνται να εφαρμόσουν. Επομένως, η διαρκώς επαναλαμβανόμενη φράση ότι οι αποφάσεις της δικαιοσύνης είναι σεβαστές, αλλά δεν είναι υπεράνω κριτικής, είναι περιττή και ανακριβής, διότι οι δικαστικές αποφάσεις είναι υπεράνω κυβερνητικής ή άλλης κρατικής κριτικής. Η δε παραπομπή στον καθόλα θεμιτό επιστημονικό σχολιασμό δεν έχει εδώ καμία θέση· συγκρίνει εντελώς ανόμοια πράγματα και ασφαλώς δεν δικαιολογεί χαρακτηρισμούς περί δικαστικού πραξικοπήματος (!), που συντελέσθηκε δήθεν με την απόφαση του ΣτΕ για την αντισυνταγματικότητα του νόμου για τις τηλεοπτικές άδειες.


Υπάρχει όμως δυστυχώς και η άλλη πλευρά, δηλαδή η υπονόμευση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης που οφείλεται σε ενέργειες των δικών της οργάνων. Έτσι η πρόταση για αύξηση του ορίου ηλικίας των ανώτατων δικαστών,
και μάλιστα με το πρόσχημα της δήθεν επιβαλλόμενης από το ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο απόλυτης απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας,
και μάλιστα κατά προφανή παραβίαση του Συντάγματος,
και μάλιστα με την επίσημη εισαγωγή της προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, δεν μπορεί παρά να κλονίσει την εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη. Και ας μην αρκεσθούμε εδώ στο κατά πλειοψηφία απορριπτικό αποτέλεσμα της σχετικής πρότασης στην Ολομέλεια του ανώτατου δικαστηρίου· το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι τα κατεξοχήν επιφορτισμένα με την πιστή τήρηση του Συντάγματος όργανα έθεσαν το ζήτημα, προκαλώντας κυριολεκτικά και μεταφορικά.


Χρειάζεται λοιπόν αυτοσυγκράτηση από τα όργανα της πολιτείας, όταν σχολιάζουν δικαστικές αποφάσεις· η έκφραση οποιασδήποτε διαφωνίας δεν ανήκει στις αρμοδιότητές τους, αλλά χρειάζεται και απόλυτη προσήλωση των φορέων της δικαστικής εξουσίας στην κρίσιμη για τους πολίτες αποστολή τους με τον επιβαλλόμενο σεβασμό του Συντάγματος και των νόμων χωρίς παρεκκλίσεις και εκπτώσεις. Πρώτοι οι δικαστές έχουν το ύψιστο καθήκον να διαφυλάξουν το κύρος της δικαιοσύνης. Αλλά και όλοι εμείς οφείλουμε να τους στηρίξουμε στο δύσκολο έργο που επιτελούν υπό άκρως δυσμενείς συνθήκες, στηλιτεύοντας τις άδικες επιθέσεις που δέχονται από την πολιτική εξουσία.



---------------------------
1. Η πρώτη δημόσια εκδήλωση της ΕΝοΒΕ είχε ως θέμα (τα) Προβλήματα ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και ομιλητές τον αείμνηστο Ιωάννη Μανωλεδάκη, τον Σωτήρη Δέδε και τον συντάκτη του παρόντος σημειώματος. Ευχαριστώ θερμά το Δ.Σ. της ΕΝοΒΕ για την τιμητική πρόσκληση να μετάσχω στον πανηγυρικό εορτασμό με αφορμή τη συμπλήρωση 30 ετών από την ίδρυσή της.


Η ιστορία της ίδρυσης και η επί 30 χρόνια συμβολή της Εταιρείας Νομικών Βορείου Ελλάδος στον επιστημονικό διάλογο

Αθανάσιος Γεωργιάδης
Δικηγόρος, Πρόεδρος Ε.Νο.Β.Ε.


Η Εταιρεία Νομικών Βορείου Ελλάδος ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1987, έπειτα από έμπνευση του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Ιάσονα Δούμπη, με τη συμμετοχή δικηγόρων, δικαστών και καθηγητών της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης, με σκοπό, σύμφωνα με το καταστατικό της, «τη μελέτη επιστημονικών και κοινωνικών θεμάτων του νομικού κλάδου εν γένει και την περαιτέρω εξύψωση της θέσεως και της αποστολής των Ελλήνων Νομικών, με κυρίαρχο στόχο την ορθότερη απονομή της Δικαιοσύνης και την ανεξαρτησία της».


Η ιδέα προέκυψε όταν μία ομάδα δικηγόρων της Θεσσαλονίκης, εμφορούμενοι από προοδευτικές ιδέες την εποχή εκείνη για την άσκηση της δικηγορίας, είχε επιχειρήσει να λάβει μέρος στις επικείμενες τότε δικηγορικές εκλογές. Επειδή το πολιτικό κλίμα ήταν αρκούντως φορτισμένο και οι υποψήφιοι θα έπρεπε να στηρίζονται εμφανώς από τα κόμματα για να έχουν ελπίδες επιλογής, η συγκεκριμένη ομάδα αποφάσισε να αποσυρθεί. Στη σύσκεψη που ακολούθησε, ο επικεφαλής της ομάδας, Ι. Δούμπης, πρότεινε, προκειμένου να έχει συνέχεια και διάρκεια η προσπάθεια που ξεκίνησε, να δημιουργηθεί ένα επιστημονικό σωματείο με μέλη όχι μόνο δικηγόρους αλλά και δικαστές και πανεπιστημιακούς, που θα προωθούσε το διάλογο μεταξύ τους σε όφελος τελικώς της δικαιοσύνης. Η σκέψη ήταν πρωτοποριακή και οι συνθήκες αποδείχθηκαν ώριμες για το εγχείρημα.


Ο συνδυασμός αφενός των προωθημένων και σύγχρονων ιδεών των πανεπιστημιακών από την επιστημονική έρευνα, αφετέρου του δικηγορικού λόγου που μεταφέρει στα δικαστήρια τα δικαιώματα και αξιώσεις των πολιτών, όπως βιώνονται στην καθημερινή ζωή με χρήση της θεωρίας και της νομολογίας και εκ τρίτου της δικαστικής κρίσης των δικαστών, που επιχειρούν να απονείμουν δικαιοσύνη, εφαρμόζοντας τους κανόνες δικαίου, θα είχε πολλά να επωφεληθεί από την όσμωση και αλληλεπίδραση του τρόπου σκέψης κάθε κατηγορίας νομικών. Αν επομένως αυτές εκφράζονταν σε κοινές επιστημονικές εκδηλώσεις, θα ήταν προφανές ότι τα συμπεράσματα και τα πορίσματά τους θα βοηθούσαν περαιτέρω στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου.


Την εποχή εκείνη (1987) ο νομικός κόσμος της Θεσσαλονίκης και γενικότερα όλης της επαρχίας δεν ασχολείτο ιδιαίτερα με τον επιστημονικό διάλογο, πλην βεβαίως των πανεπιστημιακών. Το βήμα που προσέφερε ο Αρμενόπουλος του ΔΣΘ στο χώρο της Β. Ελλάδας δεν αρκούσε. Οι πανεπιστημιακοί των Νομικών Σχολών της Θεσσαλονίκης και της Κομοτηνής συνδιαλέγονταν με τους συναδέλφους τους των Αθηνών και συμμετείχαν στα επιστημονικά φόρα μέσω των διαφόρων επιστημονικών φορέων, που είχαν όμως έδρα στην Αθήνα (π.χ. Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων, Εμπορικολόγων, Δικονομολόγων κ.λπ). Το κενό αυτό στον χώρο της Βόρειας Ελλάδας θα κάλυπτε το νεοσύστατο σωματείο, δοθέντος ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι της εποχής δεν διοργάνωναν σχεδόν καμία επιστημονική εκδήλωση. Ακριβώς για τους λόγους αυτούς, στις πρώτες συσκέψεις περί του τρόπου λειτουργίας της Ε.Νο.Β.Ε. αποφασίστηκε το κεντρικό ζήτημα κάθε επιστημονικής εκδήλωσης να αντιμετωπίζεται από κοινού από δικηγόρους, δικαστές και πανεπιστημιακούς.


Η ιδέα είχε μεγάλη απήχηση και ως ιδρυτικά μέλη πλαισίωσαν τους δικηγόρους με ενθουσιασμό και δικαστές και πανεπιστημιακοί. Αξίζει να μνημονευθούν τα ονόματα των ιδρυτικών μελών για ιστορικούς λόγους με τις τότε ιδιότητές τους:
ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ
ΣΠΑΝΟΣ Δημήτριος, ΚΟΚΚΑΣ Παναγιώτης, ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ Λύσσανδρος, ΑΓΓΕΛΗΣ Νικόλαος, ΒΕΡΓΟΥΛΗΣ Χαρίδημος, ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ Αθανάσιος, ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ Ιφιγένεια, ΔΑΜΑΣΚΗΝΙΔΗΣ Αντώνιος, ΔΕΔΕΣ Σωτήριος, ΔΟΥΜΠΗΣ Ιάσων, ΕΥΓΕΝΕΙΑΔΗΣ Γρηγόριος, ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ Αντώνιος, ΚΑΡΥΔΑ Ιωάννα, ΚΙΚΚΑΛΟΥ Αθανασία, ΚΟΥΤΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ Αλεξάνδρα, ΣΠΥΡΟΥ Αναστάσιος, ΤΣΙΠΙΝΙΑΣ Γεώργιος, ΤΣΙΤΣΟΣ Χρήστος, ΚΑΒΒΑΔΑΣ Ιωάννης, ΛΕΥΚΑΡΙΤΗΣ Σωτήριος, ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ Αλκιβιάδης, ΚΑΡΙΖΩΝΗΣ Αλκιβιάδης, ΠΑΠΑΔΗΜΑΣ Βασίλειος, ΚΑΖΑΖΗΣ Ανδρέας, ΤΣΩΤΣΟΣ Νικόλαος, ΜΠΑΜΠΑΤΖΙΜΟΠΟΥΛΟΣ Ανέστης, ΤΡΙΑΡΧΟΥ Ιωάννης, ΧΟΡΟΜΙΔΗΣ Κωνσταντίνος, ΣΟΥΛΙΑΔΗΣ Δημήτριος, ΠΑΠΑΖΑΪΤΗΣ Αθανάσιος
ΔΙΚΑΣΤΕΣ-ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ
ΖΑΧΑΡΗΣ Ευάγγελος, ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ Χαράλαμπος, ΚΟΥΚΟΥΔΕΑΣ Κοσμάς, ΜΠΑΤΖΑΛΕΞΗΣ Γεώργιος, ΠΑΡΠΟΥΛΑΣ Ιωάννης, ΤΣΙΟΥΜΗΣ Γεώργιος, ΑΜΕΛΑΔΙΩΤΗΣ Γεώργιος, ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥΔΗΣ Μίμης, ΚΩΣΤΗΡΗΣ Κωνσταντίνος, ΚΟΥΔΡΟΓΛΟΥ Γεώργιος, ΚΙΟΥΠΤΣΙΔΟΥ Ευδοξία, ΤΣΙΓΚΡΕΛΗ-ΠΑΠΑΔΙΑ Αικατερίνη, ΨΩΝΗ Ιωάννα, ΛΑΓΟΥΜΙΔΗΣ Δημήτριος, ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΔΟΥ-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Δημητρία, ΚΟΕΜΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Λάζαρος
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΙ
ΑΡΧΑΝΙΩΤΑΚΗΣ Γεώργιος, ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ Ευάγγελος, ΖΕΡΔΕΛΗΣ Δημήτριος, ΚΑΖΑΚΟΣ Αριστείδης, ΚΟΥΝΟΥΓΕΡΗ Ευτυχία, ΝΙΚΑΣ Νικόλαος, ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ Νικόλαος, ΔΕΛΛΙΟΣ Γεώργιος, ΑΠΑΛΑΓΑΚΗ Χαρίκλεια, ΤΑΧΟΣ Αναστάσιος, ΠΑΠΑΣΤΕΡΙΟΥ Δημήτριος


Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Νο.Β.Ε. συγκροτήθηκε από τους Ιάσονα Δούμπη ως Πρόεδρο, τον δικηγόρο Σωτήριο Δέδε ως αντιπρόεδρο, τον καθηγητή Αριστείδη Καζάκο ως γραμματέα, τον δικηγόρο Αθανάσιο Γεωργιάδη ως ταμία, τους Εφέτες τότε Λάζαρο Κοεμτζόπουλο και Μίμη Γραμματικούδη καθώς και την καθηγήτρια Ευτυχία Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη ως μέλη.


Η πρώτη γενική συνέλευση της Ε.Νο.Β.Ε. μετά την αναγνώριση του σωματείου με την αριθ. 701/1987 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με πρόεδρο τον μετέπειτα αρεοπαγίτη Χαρίλαο Αγγελόπουλο, που αργότερα έγινε μέλος της, έλαβε χώρα στις 14.10.1987. Στις 16.10.1987 απεστάλη επιστολή στον τότε Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης Χρήστο Κολοκοτρώνη, με την οποία γινόταν γνωστοποίηση της ίδρυσης του σωματείου, των σκοπών του και των μελών του Διοικητικού του Συμβουλίου. Για ιστορικούς λόγους επίσης σημειώνεται ότι η πρώτη της εκδήλωση διεξήχθη στην αίθουσα του ΕΒΕΘ στις 23.11.1987 με θέμα «Προβλήματα Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης» και εισηγητές τον αείμνηστο και επί 4 θητείες πρόεδρο αυτής Ιωάννη Μανωλεδάκη, τον καθηγητή Βασίλειο Σκουρή και μετέπειτα Πρόεδρο του Δικαστηρίου της Ε.Ε. και τον δικηγόρο Σωτήριο Δέδε, ενώ παρέμβαση είχε κάνει ο τότε επίκουρος και ήδη ομότιμος καθηγητής Νικόλαος Νίκας.


Η Ε.Νο.Β.Ε. ευτύχισε να δει πολλά από τα μέλη της να καταλαμβάνουν ανώτατες θέσεις στη δικαστική ιεραρχία, να εκλέγονται αντεπιστέλλοντα μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, να μετέχουν σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές και γενικώς να διακρίνονται συμβάλλοντας στην ανέλιξη του νομικού πολιτισμού της χώρας.


Το ρόλο της Ε.Νο.Β.Ε. αναγνώρισε όλη η ελληνική νομική κοινότητα και, για το λόγο αυτό, συνεργάζεται μαζί της με άλλες επιστημονικές ενώσεις, δικηγορικούς συλλόγους και νομικές σχολές. Το βήμα της τίμησαν μεγάλες προσωπικότητες του νομικού χώρου αλλά και πολιτικοί (ενδεικτ. Πρ. Παυλόπουλος, Α. Ψαρούδα-Μπενάκη, Αρ. Μάνεσης, Κ. Κεραμέας). Ιστορικές θα μείνουν η κοινή εκδήλωση με τη Γενική Εισαγγελία Κύπρου στη Λευκωσία και η τριλογία των τριών διημερίδων ενόψει της συνταγματικής αναθεώρησης για τη θρησκεία, παιδεία και δικαιοσύνη, χωρίς να παραβλέπεται η πρώτη της εκδήλωση για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.


Μέχρι σήμερα στα τριάντα (30) συνεχή χρόνια λειτουργίας της έχει πραγματοποιήσει περισσότερα από 150 επιστημονικές εκδηλώσεις και έχει δώσει βήμα σε 1000 περίπου νομικούς και όχι μόνον, χάρη και στις διεπιστημονικές εκδηλώσεις που διοργανώνει τόσο στη Θεσσαλονίκη όσο και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Με τη βοήθεια της διαχρονικής χορηγίας των Εκδόσεων Σάκκουλα (Αθήνα-Θεσσαλονίκη) εκ-δίδει το περιοδικό ΝΟΜΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, υπό την επιμέλεια των εκλεκτών συναδέλφων Αναστασίου Βαλτούδη, Σωτηρίου Μπαλτά και Ευαγγελίας Μπάλτα.


Πρόεδροι της Ε.Νο.Β.Ε. διετέλεσαν οι Ιάσων Δούμπης, Ιωάννης Κουκιάδης, Ιωάννης Μανωλεδάκης, Μίμης Γραμματικούδης και Αθανάσιος Γεωργιάδης.


Η σημερινή διοίκηση της Ε.Νο.Β.Ε. αποτελείται από τους: δικηγόρο Αθανάσιο Γεωργιάδη ως Πρόεδρο, καθηγητή Παρασκευά Αρβανιτάκη ως αντιπρόεδρο, εφέτη Παναγιώτη Παυλίδη ως γεν. γραμματέα, δικηγόρο Σωτήριο Μπαλτά ως ταμία, Βασιλική Θεοδώρου, αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθηγητή Απόστολο Καραγκουνίδη και δικηγόρο Αντώνιο Νεδελκόπουλο ως μέλη.


Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Νο.Β.Ε. με εξουσιοδότησε να παραδώσω τιμής ένεκεν για τη διαρκή υποστήριξή τους και συμμετοχή τους στις εκδηλώσεις μας ανά ένα αντίτυπο του επετειακού τόμου σε εκλεκτούς εκπροσώπους κάθε κλάδου των διακονούντων τη νομική, δηλ. των δικηγόρων, δικαστών, ακαδημαϊκών, απολύτως ενδεικτικά και όχι αποκλειστικά και ιδίως εκ των δικηγόρων στους αρχαιότερους κ. Νικόλαο Βασιλακάκη και κ. Κωνσταντίνο Χορομίδη, από τους δικαστές στον ε.τ. αρεοπαγίτη κ. Βασίλειο Λαμπρίδη και τον Πρόεδρο Εφετών κ. Λάζαρο Κοεμτζόπουλο και από τους πανεπιστημιακούς στην ακαδημαϊκό κ. Πελαγία Γέσιου-Φαλτσή και στον ομότιμο καθηγητή κ. Ιωάννη Κουκιάδη, τους οποίους θερμά ευχαριστούμε.


Ακολουθήστε μας στο Twitter Ακολουθήστε μας στο Facebook

Copyright© 2006-2014 - Νομικά χρονικά - All Rights Reserved