Τριμερείς σχέσεις τραπεζικού δικαίου: Βασικά γνωρίσματα

Αναστάσιος Βαλτούδη
Αν. Καθηγητής Αστικού Δικαίου Νομικής Α.Π.Θ., Δικηγόρος

Το κείμενο που ακολουθεί αποδίδει σε γενικές γραμμές την ομιλία του γράφοντος σε Συμπόσιο Τραπεζικού Δικαίου και Δικαίου Κεφαλαιαγοράς, που συνδιοργανώθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση Νέων Νομικών Ελλάδος - ELSA Greece, το Finance Club και το Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος, στη Θεσσαλονίκη, στις 12 Μαΐου 2018.


Α. Διμερείς συμβάσεις επί των τριμερών τραπεζικών σχέσεων: Η παρέμβαση των τραπεζών στην εκπλήρω-ση των συμβάσεων δημιουργεί συχνά την εντύπωση της σύναψης τριμερών συμβάσεων, στις ρυθμιστικές ανάγκες της οποίας το αστικό δίκαιο –που προϋποθέτει το μοντέλο της διμερούς σύμβασης μεταξύ οφειλέτη και δανειστή– αδυνατεί να ανταπεξέλθει. Η εντύπωση αυτή όμως δεν είναι ορθή. Όταν ο οφειλέτης χρηματικής παροχής, π.χ. ο αγοραστής Α, που οφείλει να καταβάλει τίμημα στον πωλητή Β, εντέλλεται την τράπεζα Χ να πληρώσει τον Β, με εντολή εμβάσματος ή πράξης γύρου, με «άνοιγμα» και πληρωμή τραπεζικής ενέγγυας πίστωσης, με καταβολή συνδεδεμένου καταναλωτικού ή επαγγελματικού δανείου, με έκδοση και εγχείριση τραπεζικής επιταγής, με χρήση χρεωστικής ή πιστωτικής κάρτας ή με άλλη εντολή χρέωσης του λογαριασμού του (του Α), καταρτίζει αποκλειστικά και μόνο διμερείς συμβάσεις αφενός μεν με την τράπεζα Χ (: σχέση κάλυψης) και αφετέρου με τον δανειστή Β (: σχέση αξίας), και πάντως όχι τριμερή σύμβαση, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ενίοτε η θεωρία του τραπεζικού δικαίου. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις (βλ. λ.χ. ενδοτρα-πεζική πράξη γύρου, πιστωτική ή χρεωστική κάρτα ή τραπεζική ενέγγυα πίστωση), σύμβαση (επίσης διμερή) καταρτίζει και η τράπεζα (Χ) με τον δανειστή (Β).

Β. Η σχέση κάλυψης ειδικότερα: Στο ανωτέρω πλαίσιο η σύμβαση που συνδέει τον αγοραστή Α με την τράπεζα Χ είναι η λεγόμενη σχέση κάλυψης, δηλαδή η έννομη σχέση που παρέχει οικονομική κάλυψη στην τράπεζα Χ, για την περιουσιακή επίδοση που θα τελέσει προς τον δανειστή Β. Η έννομη αυτή σχέση εμφανίζει δύο ουσιώδη γνωρίσματα:


Το πρώτο αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό της. Κατά την πάγια (αν και όχι αδιαμφισβήτητη) νομολογία του Αρείου Πάγου, είναι έμμισθη εντολή, που υπάγεται στις ΑΚ 713 επ. (ευθέως ή αναλογικά εφαρμοζόμενες) για τη σύμβαση εντο-λής και, συνδυαστικά, στις διατάξεις της σύμβασης εργασίας ή έργου για την αμοιβή που δικαιούται η τράπεζα. Επί τη βάσει της νομολογιακής αυτής παραδοχής, οι ΑΚ 713 επ. διέπουν πράγματι τη σχέση κάλυψης επί της τραπεζικής επιτα-γής και της ενέγγυας πίστωσης. Επί της εντολής πληρωμής όμως με εγγραφή πίστωσης ή χρέωσης, που υπάγεται στις ειδικές διατάξεις του ν. 3862/2010 (π.χ. έμβασμα, πράξη γύρου, χρέωση λογαριασμού του οφειλέτη, πιστωτική ή χρεω-στική κάρτα), οι ΑΚ 713 επ. παραμερίζονται στην έκταση ισχύος των ειδικών διατάξεων του ν. 3862/2010, με αποτέλε-σμα, όσον αφορά τις συγκεκριμένες εντολές πληρωμής, οι ΑΚ 713 επ. να διέπουν εν τέλει εκείνα μόνο τα ζητήματα που παραμένουν αρρύθμιστα από τις ειδικές διατάξεις, όπως π.χ. την καταγγελία της σχέσης κάλυψης, την παραγραφή ή το αντικείμενο του βάρους απόδειξης επί της παράβασης της σύμβασης. Οι λοιπές σχέσεις αιτίας πάντως, ακόμη και όσον αφορά τις συγκεκριμένες εντολής πληρωμής, δεν ρυθμίζονται από τον ν. 3862/2010 και έτσι η σχέση τράπεζας και δανει-στή στην ενδοτραπεζική πράξη γύρου ή οι διατραπεζικές σχέσεις αιτίας επί παρέμβασης ανταποκρίτριας τράπεζας διέ-πονται επίσης από τις ΑΚ 713 επ. (βλ. συναφώς Βαλτούδη, Αδικαιολόγητος πλουτισμός στις τριμερείς σχέσεις, ιδίως του τραπεζικού δικαίου, 2018, § 6 αρ. 7-9).

Το δεύτερο γνώρισμα είναι ότι η σχέση κάλυψης μεταξύ οφειλέτη και τράπεζας δεν είναι γνήσια υπέρ τρίτου, δη-λαδή υπέρ του τρίτου που αναμένει να λάβει την πίστωση. Όταν δηλαδή η τράπεζα Χ υπόσχεται στον οφειλέτη Α ότι θα καταβάλει ορισμένη παροχή σε τρίτο πρόσωπο που υποδεικνύει ο Α, ο τρίτος δεν αποκτά αξίωση κατά της τράπεζας για τη μεταφορά της πίστωσης, όπως θα ίσχυε αν η σχέση κάλυψης ήταν πράγματι γνήσια υπέρ τρίτου (πρβλ. ΑΚ 411), ούτε, πολύ περισσότερο, ο τρίτος αποκτά αξίωση επιβαρυμένη με τις ενστάσεις της σχέσης κάλυψης που συνδέει οφειλέτη και τράπεζα, όπως επίσης θα ίσχυε αν η σχέση κάλυψης ήταν πράγματι γνήσια υπέρ τρίτου (πρβλ. ΑΚ 414). Κατά συνέπεια, όταν ο αγοραστής εντέλλεται την τράπεζά του Χ να «ανοίξει» ενέγγυα πίστωση υπέρ του πωλητή, ο τελευταίος δεν απο-κτά αξίωση κατά της τράπεζας για το «άνοιγμα» της πίστωσης. Και αν η πίστωση «ανοιχθεί», η αξίωση του πωλητή κατά της τράπεζας δεν είναι επιβαρυμένη με τις ενστάσεις της σχέσης κάλυψης που συνδέει την τράπεζα Χ με τον αγοραστή Α.


Γ. Η τράπεζα ως βοηθός εκπλήρωσης (ΑΚ 334) του οφειλέτη: Ερωτάται όμως ποια είναι η έννομη θέση της τράπεζας που παρεμβαίνει για να βοηθήσει τον οφειλέτη (π.χ. τον αγοραστή) στην εκπλήρωση της χρηματικής παροχής. Σε αντίθεση με συναφώς υποστηριζόμενη άποψη στη θεωρία του τραπεζικού δικαίου, η τράπεζα δεν είναι τρίτος της ΑΚ 317, δηλαδή πρόσωπο που καταβάλλει αυτόκλητα, χωρίς να υπέχει συναφή υποχρέωση, την ξένη παροχή. Η τράπεζα ποτέ δεν παρεμβαίνει αυτόκλητα για να εκπληρώσει ξένη παροχή, αλλά πάντοτε για να εκπληρώσει δική της υποχρέω-ση που υπέχει έναντι του οφειλέτη και με τη βούληση του οφειλέτη. Τούτο δε αρκεί, κατά τα γενικώς ισχύοντα στη νομο-λογία του Αρείου Πάγου και τη θεωρία του αστικού δικαίου, για να καταστήσει την τράπεζα βοηθό εκπλήρωσης (ΑΚ 334) στην παροχή του οφειλέτη έναντι του δανειστή.


Ο δε ρόλος της τράπεζας ως βοηθού εκπλήρωσης (και όχι ως τρίτου της ΑΚ 317) έχει αποφασιστική σημασία στο αστικό δίκαιο, αφού τόσο η παροχή της τράπεζας όσο και η συμβατική παράβαση που τυχόν θα διαπράξει καταλογίζονται στον οφειλέτη (για τον καταλογισμό της παροχής βλ. παρακ. αρ. 13 επ.). Αυτό σημαίνει π.χ. ότι η τράπεζα Χ, που «ανοί-γει» κατ’ εντολή του αγοραστή Α ενέγγυα πίστωση υπέρ του πωλητή Β, αλλά αρνείται να πληρώσει τον Β, μολονότι ο τελευταίος έχει προσκομίσει όλα τα απαιτούμενα έγγραφα που συνέχονται με το πωληθέν, δεν παραβιάζει απλώς τις υποχρεώσεις που υπέχει έναντι τόσο του εντολέα-αγοραστή Α από τη σχέση κάλυψης όσο και έναντι του πωλητή Β από τη μεταξύ τους –με την τράπεζα– σύμβαση ενέγγυας πίστωσης. Συγχρόνως, δυνάμει της ΑΚ 334 (και σε αντίθεση προς την ΑΚ 317), καθιστά τον αγοραστή Α υπερήμερο οφειλέτη για το τίμημα έναντι του πωλητή Β.


Αυτός δε ο ρόλος της τράπεζας, ως βοηθού εκπλήρωσης του οφειλέτη Α, δεν αναιρείται εκ του ότι: α) Η τράπεζα με την παροχή εκπληρώνει συγχρόνως και δική της υποχρέωση έναντι του δανειστή (όπως λ.χ. επί πληρωμής του πωλη-τή σε εκτέλεση τραπεζικής ενέγγυας πίστωσης ή μετά τη χρήση πιστωτικής ή χρεωστικής κάρτας ή επί ενδοτραπεζικής πράξης γύρου), αφού και εδώ η τράπεζα Χ εξοφλεί ξένο χρέος με τη βούληση του οφειλέτη Α, δηλαδή ενεργεί ως βοηθός εκπλήρωσης του Α, ή εκ του ότι β) Η τράπεζα χρησιμοποιεί ανταποκρίτριες τράπεζες για την εγγραφή πίστωσης υπέρ του δανειστή. Και τούτο παρά την αντίθετη άποψη της θεωρίας του τραπεζικού δικαίου.


Έτσι στη διατραπεζική πράξη γύρου ή στην τραπεζική ενέγγυα πίστωση, η τράπεζα-εντολοδόχος του αγοραστή, που χρησιμοποιεί ανταποκρίτρια (κατά κανόνα αλλοδαπή) τράπεζα, για να εγγράψει πίστωση υπέρ του δανειστή, δεν υποκαθίσταται από την ανταποκρίτρια τράπεζα (πρβλ. ΑΚ 716 § 2), αλλά παραμένει βοηθός εκπλήρωσης του αγοραστή. Τούτο διότι η υποκατάσταση θα προϋπέθετε την πλήρη αποξένωση της εντολοδόχου τράπεζας από την πληρωμή του πωλητή και την ανυπαρξία συναφούς ευθύνης της έναντι του εντολέα αγοραστή, προϋποθέσεις όμως που δεν συντρέ-χουν εν προκειμένω. Ειδικότερα:


Στη διατραπεζική πράξη γύρου το άρθρο 73 § 1 ν. 3862/2010 προβλέπει ρητά τη συμβατική ευθύνη της εντολοδό-χου τράπεζας απέναντι στον εντολέα-οφειλέτη για τη μη εκτέλεση (ή μη προσήκουσα εκτέλεση) της εντολής πληρωμής, η οποία οφείλεται στην πλημμελή συμπεριφορά «άλλου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή μεσάζοντα». Το άρθρο 73 § 1 έτσι υπολαμβάνει ως αυτονόητο το ότι η ανταποκρίτρια τράπεζα είναι βοηθός της εντολοδόχου και ότι, συνεπώς, το πταί-σμα της ανταποκρίτριας καταλογίζεται στην εντολοδόχο, όσον αφορά την έννομη σχέση της τελευταίας έναντι του εντολέ-α-οφειλέτη.


Το ίδιο θα έπρεπε να υποστηριχθεί και επί τραπεζικής ενέγγυας πίστωσης. Εκεί η εκδότρια τράπεζα Χ συμφωνεί με την αλλοδαπή τράπεζα Ψ να ανοίξει και (κατά κανόνα) να βεβαιώσει πίστωση υπέρ του πωλητή· με άλλα λόγια, να αναλάβει τη συμβατική υποχρέωση (από αφηρημένη υπόσχεση χρέους) έναντι του πωλητή, για την καταβολή χρημάτων έναντι προσκομιδής συγκεκριμένων εγγράφων, συναφών με το πωληθέν εμπόρευμα. Η ανταποκρίτρια τράπεζα είναι και εδώ βοηθός εκπλήρωσης της εκδότριας και ως εκ τούτου βοηθός του βοηθού, με αποτέλεσμα το πταίσμα της να καταλογί-ζεται όχι μόνο στον οφειλέτη έναντι του δανειστή από τη σχέση αξίας αλλά και στην ίδια την εντολοδόχο-εκδότρια τράπε-ζα, σε βάρος της οποίας ο οφειλέτης δικαιούται να ασκήσει τις συναφείς αξιώσεις. Διότι η εκδότρια τράπεζα δεν αποξε-νώνεται από την εκπλήρωση της παροχής, αφού, παρά την παρέμβαση της βεβαιούσας, εξακολουθεί να υπέχει συναφή υποχρέωση πληρωμής –όπως ορθά αποφαίνεται και η πάγια νομολογία των δικαστηρίων μας (ΑΠ 394/2006, ΕφΑθ 5603/2012, ΕφΑθ 2858/2007)–, υποχρέωση από την οποία απαλλάσσεται, αν η ίδια η εκδότρια ή η βεβαιούσα τράπεζα πληρώσουν τον πωλητή. Τα γνωρίσματα αυτά όμως καταδεικνύουν ότι η βεβαιούσα είναι βοηθός εκπλήρωσης της εκδό-τριας και όχι υποκατάστατη αυτής (βλ. συναφώς Βαλτούδη ό.π. § 6 αρ. 137).


Δ. Εγγραφή πίστωσης στον τραπεζικό λογαριασμό του δανειστή και συνέπειες εκ του δικαίου εκπλήρω-σης της παροχής: Μόλις εγγραφεί η πίστωση στον λογαριασμό του δανειστή, η παροχή του οφειλέτη εκπληρώνεται και ως εκ τούτου αποσβήνεται. Υπό την εξής όμως προϋπόθεση: Ότι ο δανειστής συμφώνησε με τον οφειλέτη ότι η χρηματική παροχή θα εξοφληθεί μέσω τράπεζας. Η συναίνεση αυτή μπορεί να δοθεί κατά τη σύναψη της αγοραπωλησίας (οπότε η εγγραφή της πίστωσης θα συνιστά καταβολή ως η συμβατικά οφειλόμενη πράξη - ΑΚ 416) ή μετά τη σύναψη της αγορα-πωλησίας (οπότε η εγγραφή της πίστωσης θα συνιστά δόση αντί καταβολής· ΑΚ 419).


Χωρίς συναίνεση πάντως (ρητή ή σιωπηρά συναγόμενη, και πάντως όχι πλασματικά υπολαμβανόμενη) τυχόν εγ-γραφή πίστωσης στον λογαριασμό του δανειστή δεν συνιστά προσήκουσα καταβολή και η παροχή δεν εξοφλείται αλλά εξακολουθεί να οφείλεται. Η διαφορετική άποψη, που επιτρέπει την καταβολή μέσω τράπεζας ανεξαρτήτως της συναίνε-σης του δανειστή, δεν θα έπρεπε να γίνει δεκτή. Θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα του δανειστή, αν ληφθεί υπόψη το εν-δεχόμενο εγγραφής της πίστωσης σε λογαριασμό του δανειστή χρεωστικό, κατασχεμένο ή, σπανιότερα, διατηρούμενο από αφερέγγυα τράπεζα.


Η εγγραφή της πίστωσης όμως στον λογαριασμό του δανειστή δεν επιφέρει μόνο την εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη έναντι του δανειστή. Ταυτοχρόνως επιφέρει εκπλήρωση της παροχής που οφείλει η τράπεζα έναντι του ο-φειλέτη (από τη σχέση κάλυψης) αλλά και της τράπεζας έναντι του δανειστή (από τη σχέση εκπλήρωσης), όταν η τράπε-ζα υπέχει πράγματι συναφή υποχρέωση. Η έννομη συνέπεια αυτού του είδους, δηλαδή της εκπλήρωσης περισσότερων παροχών με μία περιουσιακή επίδοση, δεν είναι τυχαία. Είναι συνέπεια της έκταξης (ΑΚ 876) που χορηγεί ο οφειλέτης Α στην τράπεζα Χ.


Η έκταξη είναι εξουσιοδότηση, δηλαδή μονομερής δικαιοπραξία. Με αυτήν ο οφειλέτης Α εξουσιοδοτεί την τράπεζα Χ να καταβάλει παροχή για λογαριασμό του (του Α), έτσι ώστε η παροχή να καταλογιστεί στην περιουσία του Α. Και τού-το με την έννοια ότι η τράπεζα πληρώνει μεν απευθείας τον δανειστή Β, λογίζεται όμως, από νομικής απόψεως, ότι κατα-βάλλει την παροχή στον Α και, περαιτέρω, ο τελευταίος καταβάλλει την παροχή στον Β. Τούτο δε σε εκπλήρωση των μεταξύ τους σχέσεων αιτίας, δηλαδή κάλυψης αφενός και αξίας αφετέρου.


Η συνέπεια αυτή, του καταλογισμού με την ανωτέρω έννοια της περιουσιακής επίδοσης στο πρόσωπο του οφειλέ-τη: α) Δεν συνιστά πλάσμα δικαίου, αλλά συνέπεια που ομοιάζει ουσιωδώς με αυτήν της πληρεξουσιότητας. Όπως δηλα-δή στην πληρεξουσιότητα, τη δήλωση βούλησης υποβάλει ο πληρεξούσιος, αλλά από τη δικαιοπραξία δεσμεύεται ο αντι-προσωπευόμενος, σαν να είχε καταρτίσει αυτός τη δικαιοπραξία, στην έκταξη η παροχή εκπληρώνεται από την τράπεζα στον δανειστή Β, λογίζεται όμως ότι εκπληρώνεται από την τράπεζα στον Α και από τον Α στον Β. β) Επέρχεται ακόμη και αν οι σχέσεις αιτίας είναι ή καταστούν ανίσχυρες, π.χ. μετά από υπαναχώρηση ή καταγγελία ενός εκ των συμβαλλο-μένων. Διότι η έκταξη δεν είναι απλώς διακριτέα δικαιοπραξία από τις υποκείμενες σχέσεις αιτίας, αλλά και αφηρημένη δικαιοπραξία, καθώς το κύρος της δεν επηρεάζεται από την τυχόν ανυπαρξία ή ακυρότητα των σχέσεων αιτίας. γ) Δεν επηρεάζεται από το αν η τράπεζα με την πληρωμή του δανειστή εκπληρώσει και δική της υποχρέωση έναντι του δανει-στή, όπως λ.χ. στην ενδοτραπεζική εγγραφή πίστωσης ή χρέωσης, στην πιστωτική ή χρεωστική κάρτα ή στην πίστωση έναντι εγγράφων, ενώ τέλος: δ) Επέρχεται ανεξαρτήτως του αν η έκταξη χορηγηθεί απευθείας στην τράπεζα (όπως στο έμβασμα, την εγγραφή πίστωσης, την πίστωση έναντι εγγράφων ή το καταναλωτικό δάνειο) ή μέσω τρίτου, εδώ μέσω του δανειστή Β, ο οποίος, ως άγγελος της ΑΚ 146, μεταφέρει την έκταξη του Α στην τράπεζα, όπως στην τραπεζική επι-ταγή, την πιστωτική ή χρεωστική κάρτα ή την εντολή χρέωσης του λογαριασμού του οφειλέτη (βλ. συναφώς Βαλτούδη ό.π. § 5 αρ. 15 επ., 23 επ.).


Ε. Εγγραφή πίστωσης στον τραπεζικό λογαριασμό του δανειστή και συνέπειες εκ του δικαίου του αδικαι-ολόγητου πλουτισμού: Ο ανωτέρω περιουσιακός καταλογισμός έχει άμεσο και ουσιώδη αντίκτυπο και στα ζητήματα πλουτισμού. Ειδικότερα:


Αν η τράπεζα Χ πληρώσει τον Β κατ’ εξουσιοδότηση του Α και η αγοραπωλησία μεταξύ Α και Β ανατραπεί, επει-δή λ.χ. ο Α υπαναχωρεί λόγω νομικού ελαττώματος του πωληθέντος, την αξίωση πλουτισμού για την απόδοση της αξίας της πίστωσης κατά του πωλητή Β δεν αποκτά η τράπεζα Χ, που ενέγραψε την πίστωση στον λογαριασμό του πωλητή αλλά αποκλειστικά και μόνο ο αγοραστής Α. Διότι σε αυτόν καταλογίζεται η εκπλήρωση της παροχής. Το ίδιο μάλιστα ισχύει και αν η πληρωμή θεωρείται εκ του νόμου ότι εκτελέστηκε ορθά· με άλλα λόγια, ότι στηρίχθηκε σε συναφή έκταξη του οφειλέτη. Π.χ. ο Α εντέλλεται την τράπεζά του να εγγράψει πίστωση στον δανειστή Β. Δίνει όμως το IBAN τραπεζι-κού λογαριασμού, ο οποίος δεν ανήκει στον Β αλλά στον τρίτο Ω, με τον οποίο ο Α δεν έχει καμιά σχέση. Η πληρωμή, κατά το άρθρ. 70 ν. 3862/2010, θεωρείται ότι εκτελέστηκε ορθά. Ως εκ τούτου καταλογίζεται στην περιουσία του Α και έτσι ο Ω θεωρείται ότι πλουτίζει αδικαιολόγητα από την περιουσία του Α. Άρα την αξίωση πλουτισμού κατά του Ω αποκτά (με άλλα λόγια, τον κίνδυνο εντοπισμού και αφερεγγυότητας του Ω φέρει) ο Α και όχι η τράπεζα Χ (βλ. Βαλτούδη ό.π. § 6 αρ. 52).


Αν αντίθετα η τράπεζα Χ πληρώσει χωρίς συναφή εξουσιοδότηση του Α, επειδή π.χ. πληρώνει πλαστογραφημένη τραπεζική επιταγή ή χρηματικό ποσό υψηλότερο από το εντελλόμενο εκ μέρους του Α (π.χ. 75 αντί 7,5 χιλιάδων Ευρώ), ή μετά από υφαρπαγή και αυθαίρετη χρήση των κωδικών ασφαλείας, όπως στις περιπτώσεις του λεγόμενου Pharming (ό-που ο χρήστης του on line banking πληκτρολογεί την ηλεκτρονική διεύθυνση της τράπεζας, αλλά εν αγνοία του οδηγείται σε ξένη ιστοσελίδα, όπου και αποκαλύπτει τους κωδικούς), του Keylogging (όπου ο τρίτος υφαρπάζει κωδικούς μέσω προγράμματος που είναι εγκατεστημένο στον υπολογιστή του χρήστη εν αγνοία του τελευταίου), ή του Man-in-the-Middle ή του Man-in-the-Mobile (όπου ο τρίτος παρεμβαίνει και υποκλέπτει τους κωδικούς, τη στιγμή που ο χρήστης διαβιβάζει –μέσω του υπολογιστή ή του κινητού τηλεφώνου αντίστοιχα– τους κρίσιμους κωδικούς στην ιστοσελίδα της τράπεζας), τότε η πληρωμή δεν καταλογίζεται στον Α αλλά αποκλειστικά στην τράπεζα Χ. Πρόκειται για τη λεγόμενη «μη εγκεκριμένη» πληρωμή του ν. 3862/2010 (άρθρ. 51 § 1, 57 § 1). Εδώ ο μεν οφειλέτης Α αποκτά συμβατική αξίωση κατά της τράπεζας Χ για αντιλογισμό του λογαριασμού του (άρθρ. 57 § 1), η δε τράπεζα Χ –στην οποία καταλογίζεται η πληρωμή ελλείψει έ-κταξης– αποκτά αξίωση πλουτισμού για ανάκτηση της πίστωσης κατά του λήπτη Β (και με εξαίρεση πάντως το ποσό των 150€, για τα οποία η τράπεζα Χ έχει αξίωση αποζημίωσης κατά του οφειλέτη Α, ανεξαρτήτως πταίσματος του τελευταίου κατά τη χορήγηση και εκτέλεση της πράξης πληρωμής· άρθρ. 58 § 1 ν. 3862/2010). Αντιστοίχως η τράπεζα Χ φέρει τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του λήπτη Β (βλ. εκτενέστερα Βαλτούδη ό.π. § 6 αρ. 58 επ.). Παραλείπονται πάντως, για λό-γους συντομίας, τα ζητήματα που ανακύπτουν, όταν στη μη εγκεκριμένη πληρωμή παρεισφρήσει πταίσμα του οφειλέτη ή της πληρώτριας τράπεζας (βλ. συναφώς Βαλτούδη ό.π. § 6 αρ. 62-63).


Όλα τα ανωτέρω μάλιστα έχουν αξία και αν στην πληρωμή παρεμβληθούν ανταποκρίτριες τράπεζες. Την αξίωση πλουτισμού δηλαδή κατά του λήπτη αποκτά εκείνη η τράπεζα για το ποσό που κατέβαλε χωρίς να διαθέτει συναφή έκτα-ξη. Π.χ. ο οφειλέτης Α εντέλλεται την τράπεζά του Χ να εγγράψει υπέρ του δανειστή Β ύψους 20.000€. Προς τούτο η τράπεζα Χ εντέλλεται την τράπεζα Ω1 και η τελευταία την τράπεζα Ω2 (ανταποκρίτριες τράπεζες), προκειμένου εν τέλει η Ψ, τράπεζα του δανειστή Β, να εγγράψει την πίστωση στον λογαριασμό του Β. Αν από παραδρομή η Χ μεταφέρει στην Ω1 εντολή πληρωμής ύψους 30.000€, που εν τέλει εγγράφεται στον λογαριασμό του Β, αξίωση πλουτισμού κατά του Β για το αχρεώστητο των 10.000 αποκτά μόνο η τράπεζα Χ, όχι όμως οι Ω1, Ω2 ή η Ψ, που ενήργησαν βάσει των έγκυρων εκτάξεων που χορηγήθηκαν από τους εντολείς τους. Αντιστοίχως, αν σε σφάλμα υποπέσει μόνο η τράπεζα Ω1, τη συνα-φή αξίωση πλουτισμού για το υπερβάλλον των 10.000€ αποκτά η Ω1 κ.ο.κ.

ΣΤ. Συμπερασματική παρατήρηση: Η προσήκουσα ερμηνεία και εφαρμογή του αστικού δικαίου αρκεί για τη δί-καιη ρύθμιση των ποικίλων μορφών παρέμβασης μιας τράπεζας στην εκπλήρωση μιας σύμβασης. Αυτή δε η διαπίστωση ενισχύει όχι μόνο την ορθότητα των συναφώς προτεινόμενων λύσεων αλλά και την ασφάλεια του δικαίου και των συναλ-λαγών.

Ακολουθήστε μας στο Twitter Ακολουθήστε μας στο Facebook

Copyright© 2006-2014 - Νομικά χρονικά - All Rights Reserved