Νομολογία - πολιτικά

Αριθμός απόφασης: ΑΠ 4/2018 Τμήμα: Πλήρης Ολομέλεια Πρόεδρος: Β. Πέππας Εισηγητής: Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ν. Παντελής, (κωλυομένης της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξ. Δημητρίου-Βασιλοπούλου)
Αίτηση αναίρεσης δικαστικής απόφασης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Δικαιολογητικός λόγος και έννομες συνέπειες. Προϋποθέσεις παραδεκτού πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Πτωχευτική διαδικασία. Για την εκποίηση σήματος που διενεργείται σε χρόνο που η πτώχευση βρί-σκεται στο στάδιο της ένωσης των πιστωτών, δεν απαιτείται να έχει χορηγηθεί στον σύνδικο άδεια του πτω-χευτικού δικαστηρίου, παρά μόνο, ύστερα από σχετικό αίτημά του, άδεια του εισηγητή των πτωχεύσεων δι-καστή.
Άρθρα ΚΠολΔ 557, 80, 68, ΠτωχΚ 77, 146.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 557 ΚΠολΔ, «Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση υπέρ του νόμου κάθε απόφασης, ακόμη και αν δεν μπορούν να ασκήσουν αναίρεση κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι, για κάθε λόγο και χωρίς περιορισμό προθεσμίας. Η απόφαση που εκδίδεται για την αναίρεση αυτή δεν παράγει αποτελέσμα-τα για τους διαδίκους, εκτός αν στηρίζεται σε υπέρβαση δικαιοδοσίας ή έλλειψη καθ’ ύλην αρμοδιότητας». Με τη διάταξη αυτή που έχει δικαιολογητικό λόγο την προστασία του δημόσιου συμφέροντος και την εξασφάλιση της πάγιας και ομοιό-μορφης εφαρμογής των νόμων επιτρέπεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η άσκηση αναίρεσης κατά κάθε απόφα-σης και για κάθε λόγο αναίρεσης από τους προβλεπόμενους στον ΚΠολΔ, χωρίς περιορισμό από προθεσμία και, κατά κανόνα, χωρίς να παράγει αποτελέσματα και για τους διαδίκους, με εξαίρεση τις προαναφερόμενες δύο περιπτώσεις. Η υπέρ του νόμου αναίρεση έχει λόγο ύπαρξης κυρίως κατά των αποφάσεων που δεν υπόκεινται σε αναίρεση από τους διαδίκους, αφού στις λοιπές περιπτώσεις παρέχεται η δυνατότητα στους τελευταίους να φέρουν το ζήτημα ενώπιον του ακυρωτικού. Τέλος, η επίλυση του νομικού ζητήματος από το προς τούτο ανώτατο δικαστήριο, που συνιστά εκπλήρωση της νόμιμης αποστολής του και μάλιστα κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στην επιταγή της ταχείας και αποτελεσματικής πα-ροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ που κυρώθηκε, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974), δεν μπορεί να θεωρη-θεί ως ανεπίτρεπτη επέμβαση στο δικαιοδοτικό έργο των δικαστηρίων της ουσίας, στα οποία, αντιθέτως, προσφέρει ερ-μηνευτική βοήθεια (ΑΠ Ολομ., 26/2000, 13/1999). Επομένως, είναι παραδεκτή η κρινόμενη, από 13-6-2017, αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση, υπέρ του νόμου, της προσβαλλόμενης 967/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (που δεν υπόκειται σε αναίρεση από τους διαδίκους, κατά το άρθρο 152 παρ.4 εδάφ. β’ του ν. 3588/2007), κατά το μέρος της που αφορά την ακυρότητα της εκποίησης των αναφερόμενων σημάτων της πτωχής εται-ρείας («…») που έγινε στις 2-2-2015, επειδή, κατά την κρίση του Εφετείου, αρμόδιο να δώσει την άδεια για την πτωχευτι-κή εκποίηση εμπορικού σήματος πτωχής εταιρείας είναι το πτωχευτικό δικαστήριο, κατ’ αναλογική εφαρμογή των διατά-ξεων των άρθρων 1022 επ. ΚΠολΔ, και δεν αρκεί η σχετική άδεια του εισηγητή της πτώχευσης δικαστή […].
Από τη διάταξη του άρθρ. 80 ΚΠολΔ που ορίζει ότι, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέ-ρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμ-βαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Από την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρ. 68 του ίδιου Κώδικα που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προκύπτει περαιτέρω ότι αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι να υπάρχει έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος, το οποίο υφίσταται όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμά του ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει, όμως, ο παρεμβαίνων τόσο ως προς το δικαίωμά του όσο και ως προς τη δημιουργία σε βάρος του υποχρέωσης να απειλείται από τη δεσμευτικότητα, την εκτελεστότητα ή ανάλογα από τις τυχόν αντανακλαστικές συνέπειες της απόφασης που θα εκδοθεί. Έτσι, δεν αρκεί για την άσκηση πρόσθετης παρέμ-βασης το γεγονός ότι σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα σε συναφή διαφορά του με κάποιον από τους διαδίκους ή τρίτο, που είναι ή πρόκειται να κα-ταστεί επίδικη, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης στην οποία παρεμβαίνει να θίγει από την άποψη του κρινόμενου νομι-κού ή πραγματικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του (ΑΠ Ολομ., 17/2015, 12/2013, 11/2011). Ως εκ τούτου, τέτοιο έννομο συμφέρον για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, που κρίνεται με βάση τις γενικές αρχές, δεν υφίσταται σε πε-ρίπτωση άσκησης αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα υπέρ του νόμου (με εξαίρεση τις δύο πιο πάνω περιπτώσεις, οι οποί-ες, όμως, δεν αφορούν στην επίδικη υπόθεση), διότι με την παραδοχή της αναίρεσης αυτής δεν δημιουργείται καμία απει-λή των έννομων συμφερόντων (δικαιωμάτων) του προσθέτως παρεμβαίνοντος, ώστε να δικαιολογείται η παρέμβασή του για αποφυγή του κινδύνου τούτου. Το ζήτημα, εξάλλου, της παράστασης αυτών στην οικεία δίκη δεν θίγεται, αλλά ρυθμί-ζεται με τη διάταξη του άρθρου 572 παρ. 2 ΚΠολΔ. Το γεγονός ότι ενδεχομένως με την αναίρεση της απόφασης κλονίζε-ται έντονα η πειστικότητα αυτής δημιουργεί ίσως ηθικό συμφέρον του ενδιαφερόμενου διαδίκου, αυτό όμως δεν δικαιολο-γεί την παρέμβασή του, γιατί το υπόψη συμφέρον δεν είναι έννομο, αφού το δεδικασμένο της απόφασης, ακόμη και αν αναιρεθεί, διατηρεί ακέραιη την ισχύ του, όπως έχει προαναφερθεί […].
Με τις διατάξεις των άρθρων 77 και 146 του νόμου 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα, εφεξής ΠτωχΚ), [ο οποίος εφαρ-μόζεται στις πτωχευτικές διαδικασίες που άρχισαν μετά τις 16-9-2007, κατά τα άρθρα 182 παρ. 1 και 180 αυτού, ως προς τις οποίες, αν είναι, βέβαια, εκκρεμείς, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4446/2016 «Πτω-χευτικός Κώδικας…» (ΦΕΚ 240/Α/22-12-2016), κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 εδάφ. β’ και δ’ του τελευταί-ου αυτού νόμου], ορίζονται τα εξής: «1. Μετά την περάτωση της απογραφής, ο σύνδικος για την αντιμετώπιση των τρε-χουσών αναγκών απευθύνεται προς τον εισηγητή και ζητεί από αυτόν να του επιτρέψει την πώληση των εμπορευμάτων και των κινητών εν γένει της πτώχευσης, εφόσον δεν προβλέπεται ότι μπορεί να επιτευχθεί η διατήρηση της επιχείρησης ή η εκποίησή της ως συνόλου. 2. Ο οφειλέτης ειδοποιείται πάντοτε για το αίτημα αυτό του συνδίκου και δικαιούται να προβάλλει τις τυχόν αντιρρήσεις του ενώπιον του εισηγητή εντός των τριών (3) επόμενων ημερών από την ειδοποίησή του. Με τον ίδιο τρόπο ειδοποιείται και ακούγεται και η επιτροπή πιστωτών. 3. Στην άδεια του εισηγητή ορίζεται, αν τα εν λόγω εμπορεύματα και κινητά θα πωληθούν ως σύνολο, είτε κατά κατηγορίες, είτε και διακεκριμένα κάθε πράγμα. Περί-ληψη της άδειας εκποίησης που περιέχει τη φύση και την ποσότητα των πραγμάτων, την εκτιμηθείσα αξία τους, την τιμή πρώτης προσφοράς και τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της εκποίησης, δημοσιεύεται στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύ-σεων του Ταμείου Νομικών δέκα (10) ημέρες πριν την ημέρα της εκποίησης και τοιχοκολλάται στα γραφεία του εισηγητή. Ο εισηγητής μπορεί να διατάσσει και πρόσθετες δημοσιεύσεις. 4. Η πώληση γίνεται από τον σύνδικο ενώπιον του εισηγη-τή, με ανοικτές προσφορές των ενδιαφερομένων και υπόκειται στην έγκριση του εισηγητή, ο οποίος δεν επιτρέπει τη σύ-ναψη της πώλησης, αν κρίνει ότι η τιμή που προσφέρθηκε από τον πλειοδότη είναι ασύμφορη και ότι με την επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται να επιτευχθεί μεγαλύτερο τίμημα» (άρθρ. 77) και «1. Εάν μέχρι την ένωση δεν έχουν εκποι-ηθεί όλα τα κινητά και εμπορεύματα της περιουσίας του οφειλέτη κατά τις διατάξεις των άρθρων 67 και 84 του παρόντος κώδικα, αυτά που έχουν απομείνει εκποιούνται κατά τη διαδικασία του άρθρου 77, χωρίς την τήρηση της διατυπώσεως της παραγράφου 2 αυτού. Η άδεια του εισηγητή κοινοποιείται στους πιστωτές που έχουν εμπράγματη ασφάλεια. 2. Κατά τον πλειστηριασμό ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 149, στην άδεια δε του εισηγητή ορίζεται ο χρόνος εξόφλησης του τιμήματος και παράδοσης των κινητών στον πλειοδότη» (άρθρ. 146 - Εκποίηση κινητών, που υπάγεται στο όγδοο κε-φάλαιο «Η εκκαθάριση της περιουσίας του οφειλέτη και η διανομή» και στην υπό στοιχ. III ενότητα «Η εκποίηση των κατ’ ιδίαν στοιχείων του οφειλέτη»). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στο στάδιο της ένωσης των πιστωτών η εκποίηση των κατ’ ιδίαν κινητών πραγμάτων της πτωχευτικής περιουσίας διενεργείται κατόπιν άδειας του εισηγητή δικαστή που χορηγείται στον σύνδικο κατόπιν σχετικού αιτήματός του. Ο εισηγητής αποφασίζει σχετικά με τον τρόπο πώλησης, δηλαδή με συμφωνία ή με πλειστηριασμό, ως σύνολο ή χωριστά κάθε πράγμα, αφού ακουστεί ή προσηκόντως κλητευθεί ο οφει-λέτης (και πριν από την ισχύ του νόμου 4446/2016 και η επιτροπή πιστωτών - βλ. ήδη άρθρ. 3 παρ. 13 του νόμου αυτού), ενώ απαιτείται η δημοσίευση περίληψης της άδειας αυτής του εισηγητή στο πιο πάνω έντυπο δέκα ημέρες πριν από την εκποίηση και τοιχοκόλλησή της στο γραφείο του. Αν με την πράξη του εισηγητή οριστεί η εκποίηση να γίνει με δημόσιο πλειστηριασμό, έχει εφαρμογή η περαιτέρω διαδικασία του άρθρου 1021 ΚΠολΔ για τον εκούσιο πλειστηριασμό. Ο χα-ρακτήρας, πάντως, της εκποίησης είναι αναγκαστικός, δηλαδή δικαστηριακή αναγκαστική εκποίηση, και αποτελεί δικαιο-πραξία, όχι του ιδιωτικού, αλλά του δημόσιου δικαίου, αφού η πτώχευση, πράξη για επιτυχία του σκοπού της οποίας απο-τελεί και η εκποίηση αυτή, συνιστά, όπως θα εκτεθεί και στη συνέχεια, ειδικό τρόπο συνολικής συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης. Το άρθρο 146 ΠτωχΚ παραπέμπει στις διατάξεις αυτού των άρθρων 67 (εκποίηση πραγμάτων που υπόκεινται σε φθορά κ.λπ.), 84 (τρόπος εξακολούθησης των εργασιών της πτώχευσης μετά το πέρας της επαληθεύσεως) και 77 (ως προς τη διαδικασία της εκποίησης που θα ακολουθηθεί, χωρίς την τήρηση της διατύπωσης της παραγράφου 2 που προ-βλέπει ότι θα πρέπει να ειδοποιείται ο οφειλετης). Δεν προκύπτει από οποιαδήποτε διάταξη η ανάγκη χορήγησης άδειας του πτωχευτικού δικαστηρίου (άρθρ. 4, 52 - 54 ΠτωχΚ) ή η παροχή της έγκρισής του για την εκποίηση κινητών. Μοναδική περίπτωση εμπλοκής του πτωχευτικού δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία εκποίησης των κινητών, είναι εκείνη της παρα-γράφου 3 του άρθρου 84 ΠτωχΚ, σύμφωνα με την οποία το πτωχευτικό δικαστήριο αποφαίνεται αμετάκλητα, αφενός μεν, επί της προσφυγής που ασκείται ενώπιόν του κατά της πράξης του εισηγητή που επικυρώνει την απόφαση της συνέλευ-σης των πιστωτών για τον τρόπο εξακολούθησης των εργασιών της πτώχευσης (λ.χ. με ρευστοποίηση των κατ’ ιδίαν στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας), αφετέρου δε, επί της απόφασης της συνέλευσης, στην περίπτωση που ο εισηγη-τής δεν την επικυρώνει. Ήδη, μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε στον ΠτωχΚ ο ν. 4446/2016, η χορήγηση άδειας ή η παροχή έγκρισης του πτωχευτικού δικαστηρίου δεν είναι απαραίτητη ούτε στις περιπτώσεις εκποίησης ακινήτων της πτω-χευτικής περιουσίας (άρθρα 147 επ. ΠτωχΚ, όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 147 αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 8 παρ. 9 του ν. 4446/2016), αλλά ούτε σε περιπτώσεις εκποίησης της επιχείρησης του οφειλέτη, ως συνόλου, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό κατ’ άρθρο 137 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε πλέον με το άρθρο 8 παρ. 3 του πα-ραπάνω νόμου 4446/2016, ενώ εξακολουθεί να απαιτείται απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου για την εκποίηση της επιχείρησης, ως συνόλου ή και κλάδων αυτής, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 ΠτωχΚ. Περαιτέρω, παρά το γεγο-νός ότι ο νόμος αναφέρεται σε πώληση από τον σύνδικο «των εμπορευμάτων και των κινητών εν γένει της πτώχευσης», οι όροι αυτοί πρέπει να εκληφθούν υπό την ευρεία έννοιά τους, ώστε να καταλαμβάνονται όλα τα αντικείμενα (και μάλι-στα ενσώματα και ασώματα - άυλα, αναλωτά και μη, αναντικατάστατα και μη) που περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία και δεν έχουν χαρακτήρα ακινήτου, όπως είναι τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας και, ειδικά, το σήμα (άρθρα 16 παρ. 1 ΠτωχΚ και 133 παρ. 3 ν. 4072/2012, υπό τις διατάξεις του οποίου κρίνεται η τύχη του επίδικου σήματος, αφού η κήρυξη της πτώχευσης της σηματούχου «…» έλαβε χώρα στις 31-10-2013, με ημερομηνία παύσης των πληρωμών 21-6-2013). Κατά συνέπεια, και τα δικαιώματα αυτά (της βιομηχανικής ιδιοκτησίας), που υπάγονται στα «ειδικά περιουσια-κά στοιχεία», κατ’ άρθρα 1022 επ. ΚΠολΔ, εκποιούνται κατά την πτωχευτική διαδικασία, όπως και τα κινητά, και, ειδικό-τερα, αν η εκποίηση διενεργείται κατά το στάδιο της ένωσης των πιστωτών, υπό τη μορφή της εκποίησης των κατ’ ιδίαν στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας, σύμφωνα με την ειδική διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 77 και 146 του ΠτωχΚ, από τον σύνδικο, κατόπιν άδειας του εισηγητή (υπέρ του οποίου, να σημειωθεί, ορίζεται, άλλωστε, τεκμήριο αρ-μοδιότητας στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 59 ΠτωχΚ, ενώ με τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τους νόμους 4446/2016 και 4472/2017 –άρθρο 62– οι εξουσίες του αυξήθηκαν, χάριν της επιτάχυνσης της διαδικασίας), χωρίς να υ-πάρχει ανάγκη να εκδοθεί απόφαση από το πτωχευτικό δικαστήριο. Επισημαίνεται ότι η προαναφερόμενη ρύθμιση του ΠτωχΚ, για την πτωχευτική εκποίηση των κινητών, προέρχεται, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η πτώχευση, από τα άρθρα 576, 630 παρ. 1 και 666 του ΕμπΝ, υπό την ισχύ του οποίου, κατά το στάδιο της ένωσης των πιστωτών της πτώχευσης, η εκποίηση των κινητών πραγμάτων της πτωχευτικής περιουσίας γινόταν από τον σύνδικο που τελούσε κά-τω από την επιτήρηση του εισηγητή, χωρίς να απαιτείται ειδική άδεια του εισηγητή και απόφαση του δικαστηρίου, όπως για τα ακίνητα που μπορούσαν να εκποιηθούν. Οι συναφείς με την εν λόγω εκποιητική διαδικασία διατάξεις του ΠτωχΚ είναι καθ’ όλα αυτάρκεις και δεν υπάρχει έδαφος αναλογικής εφαρμογής διατάξεων του ΚΠολΔ και, συγκεκριμένα, των άρθρων 1022 επ., δεδομένου ότι προσφυγή σε αναλογική εφαρμογή διάταξης προϋποθέτει κενό δικαίου και ομοιότητα της αρρύθμιστης με συναφείς ρυθμισμένες περιπτώσεις (ΑΠ Ολομ. 7/2017) και, συγκεκριμένα, με περιπτώσεις που ρυθμίζο-νται από τη σχετική πτωχευτική νομοθεσία (πρβλ. ΑΠ Ολομ. 15/1992). Ειδικότερα: Με τη θεσμοθέτηση των διατάξεων των άρθρων 1022 επ. ΚΠολΔ, διευρύνονται τα υποκείμενα σε εκτέλεση περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη προς όφελος του δανειστή, του οποίου ενισχύεται η δικονομική προστασία, καθόσον τίθεται στη διάθεσή του και καθίσταται υπέγγυα και αντικείμενο αναγκαστικής κατάσχεσης ολόκληρη η περιουσία του οφειλέτη του, ώστε να μη διαφεύγει κανένα περιουσια-κό αγαθό του τελευταίου που είναι δυνατό με τη δέσμευσή του να καταλήγει στην ικανοποίηση του δανειστή του, όπως είναι και τα άυλα περιουσιακά αγαθά που μέχρι τη ρύθμιση των άρθρων 1022 επ. ΚΠολΔ δεν ήταν δεκτικά κατάσχεσης. Η κατάσχεση, ως ατομικό μέτρο δίωξης, διέπεται από το γενικότερο σύστημα της διάθεσης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) και την ειδικότερη αρχή της πρωτοβουλίας του επισπεύδοντος δανειστή (άρθρο 927 ίδιου Κώδικα), ενώ έχει ως αντικείμενο ορι-σμένα και εξατομικευμένα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Γι’ αυτό, κατάσχεση, κατά το άρθρο 1022 ΚΠολΔ, μπορεί να γίνει σε συγκεκριμένο περιουσιακό δικαίωμα του καθ’ ου η εκτέλεση και προϋποθέτει δανειστή που επέβαλε την κατά-σχεση. Με αυτόν τον τρόπο νοείται και η αναγκαστική κατάσχεση σε σήμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 133 παρ. 2 του ν. 4072/2012: αυτή επισπεύδεται κατά του οφειλέτη-σηματούχου από δανειστή που, αφού υπέβαλε αίτημα να επι-τραπεί η κατάσχεση του σήματος, πέτυχε να εκδοθεί η απόφαση του άρθρου 1023 ΚΠολΔ και τήρησε τις διατυπώσεις του άρθρου 1025 του ίδιου Κώδικα. Τα χαρακτηριστικά, όμως, αυτά της ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης αντιδιαστέλλονται προς την πτώχευση ως σύστημα καθολικής και συλλογικής εκτέλεσης που καταλαμβάνει όλους τους πτωχευτικούς πιστω-τές και ολόκληρη την περιουσία του οφειλέτη που πτώχευσε, δεδομένου ότι με την ατομική αναγκαστική εκτέλεση επιδιώ-κεται η πραγμάτωση του περιεχομένου του δικαιώματος συγκεκριμένου δανειστή ή συγκεκριμένων δανειστών με μέσα ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης (που ουσιώδη χαρακτηριστικά τους είναι η ατομικότητα και η ειδικότητα) και, συγχρό-νως, η πραγμάτωση της ευθύνης του οφειλέτη, ενώ με την πτώχευση επιδιώκεται η εξασφάλιση της αρχής της ισότητας όλων των δανειστών με την, κατά κανόνα, εκκαθάριση ολόκληρης της περιουσίας του οφειλέτη, εκτός, φυσικά, αν η ικα-νοποίηση αυτή μπορεί να πραγματωθεί μέσω της οικονομικής επιβίωσής του. Έτσι, στην πτωχευτική εκποίηση δεν υφί-σταται επισπεύδων την εκτέλεση, στον οποίο τελολογικά αποβλέπει η διάταξη του άρθρου 1022 ΚΠολΔ, ενώ, αντίστοιχα, λόγω της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης, δεν νοείται κατάσχεση στοιχείου της περιουσίας του οφειλέτη προς ικανοποίηση του δανειστή, την οποία (κατάσχεση) προϋποθέτει το πιο πάνω άρθρο 1022 ΚΠολΔ. Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, δεν υπάρχει έδαφος αναλογικής εφαρμογής των άρθρων 1022 επ. ΚΠολΔ στη συλλογική διαδικασία της πτώχευσης, η οποία κινείται και κατευθύνεται από τον σύνδικο που ασκεί δημόσια εξουσία - δημόσιο λειτούργημα, υπό την εποπτεία ενός δι-καστή (του εισηγητή πτωχεύσεων), και καταλαμβάνει το σύνολο της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη, δηλαδή έχει καθολικό χαρακτήρα. Εκτός από αυτά, 1) δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, κατά την εκποίηση περιουσιακού στοιχείου στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας, ιδίως, όταν αυτή εισέρχεται στο στάδιο της ένωσης πιστωτών, η ευχέρεια που πα-ρέχεται στο δικαστήριο, κατ’ άρθρο 1023 παρ. 2 ΚΠολΔ, «να μην επιτρέψει την κατάσχεση, αν κρίνει… ότι το αποτέλε-σμά της θα είναι ασύμφορο» και 2) οι εναλλακτικές λύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1024 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα («το δικαστήριο… ορίζει τα μέσα που κρίνει πρόσφορα για την αξιοποίηση του δικαιώματος και ιδίως μπορεί να διατάξει να μεταβιβαστεί το δικαίωμα σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση… και, αν δεν κρίνει πρόσφορα τα μέτρα αυ-τά, διορίζει διαχειριστή…») δεν προσιδιάζουν στη φύση της πτώχευσης ως διαδικασίας συλλογικής και καθολικής εκτέλε-σης, κατά την οποία, αφενός, όπως έχει προεκτεθεί, δεν υφίσταται επισπεύδων την εκτέλεση και αφετέρου, αναφορικά με την επιλογή του διαχειριστή, που ικανοποιεί μόνο μακροπρόθεσμα την αξίωση του επισπεύδοντος δανειστή, τούτο δεν συνάδει με τη φύση της πτωχευτικής εκκαθάρισης και την ανάγκη ταχείας περάτωσής της. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών… Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋπο-θέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή […].
[…] το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 146 και 77 του ΠτωχΚ που είναι και ουσιαστικού δικαίου, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, για την εκποίηση σήματος που διενεργείται σε χρόνο που η πτώχευση βρίσκεται στο στάδιο της ένωσης των πιστωτών, δεν απαι-τείται να έχει χορηγηθεί στον σύνδικο άδεια του πτωχευτικού δικαστηρίου παρά μόνο, ύστερα από σχετικό αίτημά του, άδεια του εισηγητή των πτωχεύσεων δικαστή […].
Ακολουθήστε μας στο Twitter Ακολουθήστε μας στο Facebook

Copyright© 2006-2014 - Νομικά χρονικά - All Rights Reserved