Νομολογία - πολιτικά

Αριθμός απόφασης: ΑΠ 406/2019 Τμήμα: Α2΄ Πρόεδρος: Γ. Σακκάς, Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου Εισηγητής: Μ. Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτης
Ακύρωση σύμβασης εγγύησης λόγω πλάνης στη δήλωση ως λόγος ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής. Το επίδικο περιστατικό της πλάνης. Το αίτημα της ακύρωσης δεν προϋποθέτει λεκτική τυπικότητα αλλά μόνο σαφή εκδήλωση της αντίστοιχης βούλησης του ανακόπτοντος.
Άρθρα 847, 140 ΑΚ.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
«Κατά τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, «με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή». Στη σύμβαση αυτή εφαρμόζονται οι κοινές για τη σύμβαση διατάξεις, όπως κι εκείνες που αφορούν τα ελαττώματα της δηλώσεως βουλήσεως. Μεταξύ των τελευταίων είναι και η διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ενώ με τη διάταξη του επομένου άρθρου 141 διευκρινίζεται ότι η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Πλάνη επομένως είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως του δηλούντος πραγματικής καταστάσεως, προς την πλάνη δε με την παραπάνω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής καταστάσεως, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος, όταν δηλαδή αυτός δεν είναι εν γνώσει ότι αγνοεί την απαιτούμενη πραγματική κατάσταση, διότι αν έχει πλήρη επίγνωση της αγνοίας του δεν πλανάται (ΑΠ 725/2014, ΑΠ 1655/2012, ΑΠ 957/2009, ΑΠ 1783/2007). Η πλάνη κατά τη δήλωση της βουλήσεως, δηλαδή η διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως, συνεπεία εσφαλμένης γνώσεως από τον δηλούντα της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως πραγματικής καταστάσεως, η οποία (πλάνη) μπορεί να είναι και αποτέλεσμα απάτης (άρθρο 147 ΑΚ), παρέχει στον πλανηθέντα το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν είναι ουσιώδης. Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δηλώσεως, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δηλώσεως (ΑΠ 335/2012, ΑΠ 1211/2008, ΑΠ 463/2008, ΑΠ 301/2007, ΑΠ 80/2007, ΑΠ 1096/2006). Στην περίπτωση δε που λόγος ανακοπής εναντίον διαταγής πληρωμής χρηματικού ποσού, το οποίο φέρεται στη διαταγή αυτή ως οφειλόμενο από δικαιοπραξία (π.χ. εγγύηση), πλήττει τη δικαιοπραξία αυτή ως προϊόν πλάνης εις βάρος του ανακόπτοντος, το αίτημα της ανακοπής για ακύρωση της διαταγής πληρωμής ενέχει και αίτημα ενστάσεως περί ακυρώσεως της δικαιοπραξίας ως προϊόντος πλάνης, σύμφωνα με το λόγο (της ανακοπής), που αποτελεί τη βάση της ενστάσεως. Αφού, σε τέτοια περίπτωση, ζητείται πραγματικά και η ακύρωση της δικαιοπραξίας με την έννοια των άρθρων 140, 141 και 154 εδ. β’ του Α.Κ., κατά την οποία η ενάσκηση του διαδικαστικού δικαιώματος για πρόκληση της δικαστικής ακυρώσεως δικαιοπραξίας δεν προϋποθέτει λεκτική τυπικότητα, αλλά σαφή μόνον εκδήλωση αντίστοιχης βουλήσεως (ΑΠ 1096/2006)…».
«Ειδικότερα, η δεύτερη των ανακοπτόντων, Μ. Μ., η οποία γεννήθηκε το έτος 1939, είχε στοιχειώδεις γραμματικές γνώσεις (απόφοιτος δευτέρας τάξης δημοτικού) και καμία γνώση και εμπειρία σε τραπεζικές συναλλαγές, αφού δεν ασκούσε κάποιο επάγγελμα, αλλά ασχολείτο αποκλειστικά με τις οικιακές εργασίες και την ανατροφή των τέκνων της, ήταν δε, κατά το χρόνο κατάρτισης της αρχικής δανειακής σύμβασης και της σύμβασης εγγύησης, τυπικά μέλος του Δ.Σ. της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, μόνο για τη νόμιμη συγκρότηση του Δ.Σ. αυτής, ύστερα από προτροπή του γιου της Ε. Μ., που ήταν νόμιμος εκπρόσωπός της. Ο ανωτέρω Ε. Μ. ήταν πραγματικός διαχειριστής της εταιρείας και αυτός διαπραγματεύθηκε αποκλειστικά τους όρους της επίδικης δανειακής σύμβασης με την καθ’ ης τράπεζα, χωρίς καμμία συμμετοχή της δεύτερης ανακόπτουσας μητέρας του, την οποία δεν ενημέρωσε ότι με την υπογραφή της στις εν λόγω συμβάσεις αναλάμβανε εγγυητική ευθύνη έναντι της πιστούχου εταιρείας, όπως δεν την ενημέρωσε ότι με την, από 12-6-2007, απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της πρωτοφειλέτριας εταιρείας αντικαταστάθηκε από μέλος του ΔΣ αυτής και, συνεπώς, αυτή πίστευε ότι είχε αυτή την ιδιότητα και κατά το χρόνο που υπέγραψε τις πρόσθετες πράξεις. Επίσης, η τρίτη ανακόπτουσα, Σ. Μ., κατά το χρόνο κατάρτισης της αρχικής επίδικης σύμβασης, ήταν και εκείνη, όπως και η δεύτερη ανακόπτουσα μητέρα της, τυπικό μέλος του ΔΣ της πρωτοφειλέτριας, είχε γίνει δε κατόπιν παρότρυνσης του πατέρα της, πρώτου ανακόπτοντος, προκειμένου να συγκροτηθεί νομίμως το ΔΣ της εταιρείας του αδελφού της Ε. Μ., χωρίς η ίδια να έχει οποιαδήποτε συμμετοχή στη διοίκησή της. Η ανωτέρω ήταν απόφοιτη μέσης εκπαίδευσης, έγγαμη και μητέρα δύο μικρών τέκνων, τα οποία γεννήθηκαν το έτος 2005 και ασχολείτο αποκλειστικά με την ανατροφή τους, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα με το γάμο της, τα οποία τελικά επέφεραν τη λύση του, και έτσι δεν ασχολείτο καθόλου με την εταιρεία, στην οποία, άλλωστε, τυπικά μόνο συμμετείχε, ούτε ενημερώθηκε από τον πραγματικό διαχειριστή αδελφό της ότι υπογράφοντας την εν λόγω σύμβαση αναλάμβανε προσωπική ευθύνη έναντι της πιστούχου εταιρείας για την εξόφληση του δανείου. Έτσι αμφότερες οι παραπάνω ανακόπτουσες, υπογράφοντας τις επίμαχες συμβάσεις εγγύησης υπολάμβαναν εσφαλμένα ότι με την υπογραφή τους δεσμεύουν μόνο την εταιρεία για την πληρωμή του δανείου και όχι ότι εγγυώνται ατομικά ως αυτοφειλέτριες, παραιτούμενες από όλες τις συναφείς ενστάσεις και δικαιώματα των άρθρων 853 επόμ. ΑΚ, ότι θα εξοφλήσουν οι ίδιες την οφειλή της εταιρείας από το δάνειο, ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με αυτήν. Δηλαδή, οι ανακόπτουσες δεν γνώριζαν το ακριβές περιεχόμενο των εν λόγω συμβάσεων και όταν τις υπέγραφαν νόμιζαν εσφαλμένα ότι είναι διαφορετικό από εκείνο που πράγματι ήταν. Η διάσταση μεταξύ της δήλωσης και της βούλησής τους, εξαιτίας της εσφαλμένης γνώσης τους για τη φύση και το περιεχόμενο των επίμαχων συμβάσεων, οφείλεται σε ουσιώδη πλάνη τους, διότι αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν αυτές γνώριζαν την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων δεν θα υπέγραφαν ως εγγυήτριες της πιστούχου στις, ως άνω, συμβάσεις παροχής πίστωσης. Για την πλάνη των, ως άνω, ανακοπτουσών κατά την υπογραφή των επίμαχων συμβάσεων κατέθεσε με σαφήνεια ο μάρτυρας Α. Μ., γιος της δεύτερης ανακόπτουσας και αδελφός της τρίτης, που εξετάστηκε με πρότασή τους στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, ο οποίος έχει άμεση και προσωπική αντίληψη της πραγματικής κατάστασης και η κατάθεσή του κρίνεται πειστική, χωρίς η αξιοπιστία της να αντικρούεται από τα προσαγόμενα από την εφεσίβλητη αποδεικτικά μέσα. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι τόσο η μητέρα του (δεύτερη ανακόπτουσα), όσο και η αδελφή του (τρίτη ανακόπτουσα) τυπικά συμμετείχαν ως μέλη στο Δ.Σ. της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, ότι τη διαχείριση αυτής ασκούσε αποκλειστικά ο αδελφός του Ε. Μ., χωρίς αυτές να έχουν οποιαδήποτε ανάμειξη και χωρίς να ενημερώνονται από αυτόν για τις εταιρικές υποθέσεις και ότι υπέγραψαν στις συμβάσεις με την πεποίθηση ότι δεσμεύουν την εταιρεία και όχι ότι αναλαμβάνουν προσωπική ευθύνη ως εγγυήτριες. Εξάλλου, η κατάσταση αυτή της πλάνης των ανακοπτουσών διατηρήθηκε μέχρι τις 24-2-2011, που τους κοινοποιήθηκε η, από 22-2-2011, γνωστοποίηση-καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, το κλείσιμο των λογαριασμών και το ύψος του χρεωστικού υπόλοιπού τους και, συνεπώς, το δικαίωμά τους προς ακύρωση των επίμαχων εγγυήσεων αρχίζει από τότε, δηλαδή από τις 24-2-2011, οπότε έλαβαν γνώση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αυτές ασυνείδητα αγνοούσαν κατά την κατάρτιση των συμβάσεων και έτσι διαμορφώθηκε η πεπλανημένη βούλησή τους, με βάση την οποία υπέγραψαν αυτές….».
Ακολουθήστε μας στο Twitter Ακολουθήστε μας στο Facebook Ακολουθήστε μας στο LinkedIn

Copyright© 2006-2014 - Νομικά χρονικά - All Rights Reserved