Νομολογία - ποινικά

(ΙΟΥΛΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2018 - ÔÅÕ×ÏÓ 97) Αριθμός απόφασης: ΑΠ 996/2016 Τμήμα: Τμήμα ΣΤ΄ Πρόεδρος: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρος Εισηγητής: Μαρία Γεωργίου
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Η μερική καταβολή ποσών του Πίνακα Χρεών, ακόμα και κατά μερική τήρηση σχετικής ρύθμισης του διοικουμένου με τη φορολογική Αρχή, η οποία δεν ολοκληρώθηκε μεν αλλά είχε πάντως ως αποτέλεσμα τη μείωση του συνολικού οφειλόμενου ποσού κάτω από το όριο των 100.000 Ε, δεν οδηγεί στην εξάλειψη του αξιοποίνου. Αναιρείται η αθωωτική απόφαση.
Νομικές διατάξεις: Άρθρα 25 παρ. 1,5 Ν. 1882/1990, 510 παρ. 1 περ. Ε΄ ΚΠΔ.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
[…] Σύμφωνα δε, με τη νέα μορφή του άρ. 25 του Ν. 1882/1990: «1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α΄, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό... Παρ. 5: Με την παροχή διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής του χρέους κατά τις κείμενες διατάξεις, αναστέλλεται η ποινική δίωξη, για όσο χρόνο διαρκεί η ρύθμιση και ο οφειλέτης είναι συνεπής με τους όρους της ρύθμισης και τελικά εξαλείφεται το αξιόποινο σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης. Επίσης, για τον ίδιο λόγο αναβάλλεται η εκτέλεση της καταγνωσθείσας ποινής ή διακόπτεται η εκτέλεση αυτής που άρχισε, η οποία τελικά εξαλείφεται σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης».
[…] Περαιτέρω, κατά την σαφή διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών ο οποίος υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επιμέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί, πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τελέσεως την συμπλήρωση τετραμήνου από του χρόνου καταβολής αυτών. Με την ρύθμιση αυτή η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά την μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού ενδέχεται πλέον να θεμελιώνεται η ποινική ευθύνη, στην περίπτωση που το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο (ήδη των 100.000 ευρώ), ή, μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών, συνολικού ποσού ανωτέρου των [20]0.000 ευρώ, χωρίς όμως την συνδρομή του στοιχείου της καθ’ έξη ή κατ’ επάγγελμα τελέσεως στη νομοτυπική μορφή που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα, γι’ αυτό και γίνεται λόγος, περί ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος.
Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς συνάγεται, ότι, αφενός μεν η καταβολή ακόμη και του συνολικού χρέους από κάθε αιτία, δεν καθιστά την πράξη ανέγκλητη, αλλά θεσπίζεται δυνητική ευχέρεια του δικαστηρίου να κρίνει την πράξη ατιμώρητη, συνεκτιμώντας και αξιολογώντας όλες τις περιστάσεις, αφετέρου δε, στην περίπτωση κατά την οποία παρέχεται διευκόλυνση τμηματικής καταβολής του χρέους, το αξιόποινο εξαλείφεται μόνο σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης. Συνακόλουθα, το αξιόποινο της άνω πράξης κρίνεται με βάση το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων, που υφίστατο κατά το χρόνο διαπίστωσης της παράβασης και υποβολής της σχετικής μηνυτήριας αναφοράς, συνοδευόμενης υποχρεωτικά από πίνακα των οφειλόμενων χρεών. Τυχόν δε, μεταγενέστερες της άσκησης της ποινικής δίωξης μερικότερες καταβολές από τον κατηγορούμενο, μετά τις οποίες το απομένον συνολικά οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο του ελαχίστου ποσού των 100.000 ευρώ, δεν συνιστούν λόγο εξάλειψης του αξιοποίνου και δεν καθίσταται ανέγκλητη η πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το αξιόποινο της οποίας, όπως προεκτίθεται, λαμβάνεται υπόψη το συνολικά οφειλόμενο ποσό κατά το χρόνο διαπίστωσης της παράβασης και υποβολής της σχετικής μηνυτήριας αναφοράς.
Έτσι, με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος έχει ρυθμίσει το χρέος του σε δόσεις και καταβάλει μερικές εξ αυτών, εις τρόπον ώστε το υπόλοιπο ανεξόφλητο ποσό που απομένει είναι μικρότερο του άνω ελαχίστου ποσού των 100.000 ευρώ και παύσει να καταβάλει τις λοιπές δόσεις, μη όντας ενήμερος, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις αφαιρεί από το αρχικό χρέος τα ποσά, που μέχρι τότε κατάβαλε ο κατηγορούμενος στο πλαίσιο της ρύθμισης και στη συνέχεια, επειδή το υπόλοιπο που απομένει είναι κατώτερο των 100.000 ευρώ, προβαίνει στην αθώωση αυτού, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
[…] Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 52/2018 απόφασή του, […] κήρυξε αθώο, κατά πλειοψηφία τον ανωτέρω κατηγορούμενο για την ως άνω πράξη, με το ακόλουθο σκεπτικό: «[…]. Περαιτέρω, κατά την σαφή διατύπωση του άρ. 25, για κάθε πίνακα χρεών ο οποίος υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επιμέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί, πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τελέσεως την συμπλήρωση τετραμήνου από του χρόνου καταβολής αυτών. Με την ρύθμιση αυτή η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά την μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού ενδέχεται πλέον να θεμελιώνεται η ποινική ευθύνη, στην περίπτωση που το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο (ήδη των 50.000 ευρώ), ή, μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών, συνολικού ποσού ανωτέρου των 50.000 ευρώ, χωρίς όμως την συνδρομή του στοιχείου της καθ’ έξη ή κατ’ επάγγελμα τελέσεως στη νομοτυπική μορφή που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα, γι’ αυτό και γίνεται λόγος, περί ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος.
Ήδη το ανωτέρω άρ. 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρ. 71 παρ. 2 του Ν 4174/2013 και ισχύει με το άρ. 8 Ν. 4337/2015 […]. Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει ότι όρος του αξιοποίνου και προϋπόθεση για την τέλεση του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, είναι το χρηματικό όριο της οφειλής του οφειλέτη. Για την άσκηση επομένως ποινικής δίωξης και την κατάφαση της ενοχής, αρκεί κατά τα αντικειμενικά στοιχεία της πράξης, το οφειλόμενο ποσό να υπερβαίνει το κατώτερο όριο οφειλής το οποίο σήμερα ως προεκτέθηκε ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ, δίχως να εξαρτάται η τέλεση της πράξης πέραν του ορίου αυτού, από άλλα στοιχεία αντικειμενικά ή υποκειμενικά όπως επί παραδείγματι τον τρόπο τέλεσης της πράξης και το είδος του δόλου του οφειλέτη για την μη πληρωμή των χρεών. Δηλαδή το ποινικό αυτό αδίκημα τελείται αρκεί το κατώτερο όριο της οφειλής να είναι πάνω από 100.000 ευρώ.
Ο μοναδικός αυτός όρος ως στοιχείο του αξιοποίνου, καταδεικνύεται εμφατικά από τις ανωτέρω παρατιθέμενες νομοθετικές μεταβολές που για μεγάλων αποκλίσεων ποσά χρεών, μετέβαλαν το αξιόποινο της εν λόγω πράξης, μέσα σε χρονικό διάστημα… Εν όψει αυτών και εφόσον το αξιόποινο όριο του εν λόγω αδικήματος με βάση το ύψος της οφειλής δεν εξαρτάται από άλλες πρόσθετες προϋποθέσεις ως προς τα εν γένει αντικειμενικά ή υποκειμενικά στοιχεία της πράξης, πρέπει και στην περίπτωση που το οφειλόμενο ποσό των χρεών το οποίο κατά το χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης ήταν ανώτερο των (κατά τα ισχύοντα σήμερα) 100.000 ευρώ (αρ. 25 παρ. 1α Ν. 1882/1990), αλλά μέχρι την εκδίκαση της πράξης κατέστη μικρότερο του ανωτέρω αξιοποίνου ορίου, μέσω καταβολών του οφειλέτη, η πράξη να καθίσταται μη αξιόποινη και να απαλλάσσεται ο οφειλέτης της ποινικής του ευθύνης. Διαφορετική εκδοχή, θα οδηγούσε στη μη ανεκτή με βάση την ανωτέρω ευνοϊκή νομοθετική μεταβολή, κατάσταση, οφειλέτης ο οποίος κατά την εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας για το άνω αδίκημα να έχει χρέη στο δημόσιο κατώτερα των 100.000 ευρώ, να καταδικάζεται τελικά και να διεκδικεί πιθανώς την ευνοϊκότερη ποινική αντιμετώπιση για το ύψος μόνο της ποινής μέσω αναγνώρισης ελαφρυντικού.
Εν προκειμένω… αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος οφείλει χρέη προς το δημόσιο τα οποία κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ανέρχονται στο ποσό των 13.260,03 ευρώ (βλ. το από 8/1/2018 έγγραφο της ... που απεστάλη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πατρών από το οποίο βεβαιώνεται η ανωτέρω οφειλή ως ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου και ότι είχε υπαχθεί σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής των χρεών του, η οποία ρύθμιση σήμερα δεν είναι σε ισχύ), κατόπιν καταβολών για το αρχικό χρέος βάσει του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη και ανέρχονταν στο ποσό των 124.633,23 ευρώ (σημειώνεται ότι η ποινική δίωξη ασκήθηκε υπό τα ισχύοντα με το ν. 3943/2011 όρια οφειλής, δηλαδή για οφειλή άνω των 50.000 ευρώ). Επομένως εφόσον τα χρέη του κατηγορουμένου ανέρχονται κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κάτω του αξιοποίνου ορίου των 100.000 ευρώ, πρέπει να απαλλαγεί της κατηγορίας και να κηρυχθεί αθώος».
Με αυτά που δέχθηκε, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού το Δικαστήριο της ουσίας, και συγκεκριμένα με την παραδοχή αφαιρώντας από το αρχικό χρέος με βάση το ύψος του οποίου του αποδόθηκε η προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη, όσα ποσά κατέβαλε ο κατηγορούμενος η πράξη κατέστη ανέλεγκτη, καθόσον το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό κατέστη κατώτερο των 100.000 ευρώ, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρ. 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 όπως ισχύει.
Ακολουθήστε μας στο Twitter Ακολουθήστε μας στο Facebook

Copyright© 2006-2014 - Νομικά χρονικά - All Rights Reserved