Νομολογία - πολιτικά

Αριθμός απόφασης: 5/2019 Τμήμα: ΠΛΗΡΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Πρόεδρος: Β. Πέππας, Πρόεδρος Αρείου Πάγου Εισηγητής: Αντ. Τσαλαπόρτας, Αρεοπαγίτης
Η αοριστία στην περιγραφή του οφειλόμενου δημόσιου χρέους στην ταμειακή βεβαίωση και την ταμειακή ειδοποίηση για την είσπραξη του χρέους ως λόγος ανακοπής του ΚΕΔΕ.
Άρθρο 2 § 2 ν.δ. 356/1974 (όπως ίσχυε πριν από την 1.1.2014, οπότε και αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 7 § 2 ν. 4224/2013), άρθρ. 73 §§ 1, 2 ν.δ. 356/1974.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
«… ενόψει της παραδοχής του Εφετείου ότι είναι ασαφής και αόριστη η ταμειακή βεβαίωση χρέους της Α’ Δ.Ο.Υ. Ιω-αννίνων, που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο-οφειλέτη του Δημοσίου, στην οποία αναγράφεται μόνο το συνολικό ποσό της οφειλής, χωρίς περιγραφή αυτής, το ζήτημα που παραπέμπεται στην Ολομέλεια είναι το εξής: "Κατά πόσον η ταμειακή βεβαίωση και η συναφής προς αυτήν ατομική ειδοποίηση, που επιδίδεται στον οφειλέτη του Δημοσίου, στην οποία ανα-γράφεται μόνο το συνολικό ποσό οφειλής, χωρίς περιγραφή αυτής, ήτοι χωρίς αναγραφή της αιτίας αυτής, αλλά και χω-ρίς να γίνεται διαχωρισμός κατά κεφάλαιο, συμβατικούς τόκους, τόκους υπερημερίας, τυχόν ανατοκισμό τόκων και προ-σαυξήσεων, όπως και τυχόν άλλων εξόδων, για να είναι ορισμένη πρέπει τα στοιχεία αυτά να γνωστοποιούνται στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής εκ μέρους του, αλλά και από το δικαστήριο, στην περίπτωση, που ο οφειλέτης αμφισβητήσει το ποσό αυτό, ή αντιθέτως αρκεί το Δημόσιο να προσκομίσει τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, οπότε παρέχεται στον μεν οφειλέτη η δυνατότητα αμφισβητήσεως της οφειλής του στη σχετική δίκη, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της".
«… Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομί-μου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακό-πτων επέχει κατ’ αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσω-ματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση. Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερό-μενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους. Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην πε-ρίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων. Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συ-μπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα. Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλ-λεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, –που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη–, δεν περιέχει τα καθοριζό-μενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέ-ους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε, κατά τη γνώ-μη που επικράτησε στο Δικαστήριο, η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε. σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη. Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα ανα-γκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποι-ούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμί-ας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο.
Αντιθέτως, ένδεκα μέλη του Δικαστηρίου … είχαν την ακόλουθη γνώμη. Νόμιμος τίτλος και ταμειακή βεβαίωση δεν ταυ-τίζονται, αλλά είναι δύο ξεχωριστές νομικές και πραγματικές έννοιες, καθώς ο πρώτος αφορά την «εν ευρεία έννοια» βεβαίωση του δημοσίου εσόδου, ενώ με τη δεύτερη πραγματοποιείται η «εν στενή έννοια» βεβαίωσή του. Επειδή, όμως, στον νόμιμο τίτλο ενσωματώνεται η απαίτηση του Δημοσίου, είναι αυτονόητο ότι από αυτόν (στα έγγραφα που τον συ-γκροτούν –ένα ή περισσότερα, ιδιωτικά, εν προκειμένω), προκύπτει αναλυτικά η οφειλή. Τούτο, δεν απαιτείται και δεν δύναται να πραγματοποιηθεί στη διοικητική πράξη της ταμειακής βεβαίωσης, η οποία δεν αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της προς το Δημόσιο οφειλής, αλλά προϋποθέτει γεννημένη απαίτηση και νόμιμο τίτλο, συνίσταται δε στην εγγραφή του ποσού της προκύπτουσας από τον νόμιμο τίτλο απαίτησης του Δημοσίου –και μάλιστα, όπως ρητώς ορίζεται στην παρά-γραφο 1 εδ. α’ του άρθρου 35 του β.δ. 757/69, «κατά κωδικούς αριθμούς Εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαρια-σμούς»– στα βιβλία καταχώρισης εισπρακτέων εσόδων της Δ.Ο.Υ., συνεπεία δε αυτής, η απαίτηση του Δημοσίου αποκτά τον χαρακτήρα του δημοσίου εσόδου (άρθρο 4 παρ. 1 ΚΕΔΕ). Ούσα συνεπώς, εγγραφή σε δημόσια βιβλία, η ταμειακή βεβαίωση δεν είναι δυνατόν να έχει σώμα αυτοτελούς εγγράφου, στο οποίο να αναλύεται λεπτομερειακά η οφειλή, ήτοι ο υπολογισμός και η διαδικασία διαμόρφωσης του τελικού ποσού της (ούτε να κοινοποιηθεί αυτή στον οφειλέτη). Για τούτο προβλέπεται στο άρθρο 4 του ΚΕΔΕ, η αποστολή ατομικής ειδοποίησης ενός πληροφοριακού εγγράφου δηλαδή, με το οποίο ενημερώνεται ο παραπάνω, όχι για την ύπαρξη του χρέους του (διότι το γνωρίζει), αλλά για το ότι η υφιστάμενη οφειλή του βεβαιώθηκε ταμειακά. Μάλιστα, και η ως άνω πληροφόρηση του οφειλέτη δεν κρίθηκε αναγκαία από το νο-μοθέτη, ο οποίος όρισε στις διατάξεις του άνω άρθρου, ότι η μη αποστολή ατομικής ειδοποίησης δεν επιδρά στο κύρος της επισπευδόμενης σε βάρος του εκτέλεσης. Εφόσον εξάλλου, δεν προβλέπεται στον νόμο κοινοποίηση της ταμειακής βε-βαίωσης, δεν υπάρχει χρεία σύνταξής της ως αυτοτελούς εγγράφου περιέχοντος ανάλυση της βεβαιωθείσας απαίτησης, καθώς ο οφειλέτης, προκειμένου να λάβει γνώση του εγγράφου αυτού, θα έπρεπε και πάλι, να ανατρέξει στον οικείο διοικητικό φάκελο της φορολογικής αρχής. Πρέπει να επισημανθεί εν προκειμένω, ότι η διαδικασία της ταμειακής βεβαί-ωσης των προς το Δημόσιο οφειλών, μολονότι ρυθμίζεται στον νόμο, ως εσωτερική διαδικασία μεταξύ δημοσίων υπηρε-σιών, χωρίς συμμετοχή ή προηγούμενη πληροφόρηση του οφειλέτη, δεν συνεπάγεται μειωμένη προστασία των συμφερό-ντων του, καθόσον ουδέποτε βεβαιώνεται στο δημόσιο ταμείο απαίτηση του Δημοσίου χωρίς ο οφειλέτης να είναι γνώστης της οφειλής. Στην περίπτωση, λοιπόν, που ο νόμιμος τίτλος δεν αφορά διοικητικό καταλογισμό (όπως εν προκειμένω), αλλά έχει συγκροτηθεί με τη συμμετοχή του οφειλέτη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ο ίδιος ανέλαβε συμβατική υποχρέωση, την οποία εν συνεχεία δεν εκπλήρωσε, με αποτέλεσμα να απορρεύσει απαίτηση του Δημοσίου εναντίον του, η απαίτηση βεβαιώνεται ταμειακά χωρίς να προβλέπεται από το νόμο κοινοποίηση του νόμιμου τίτλου, δοθέντος ότι τελεί σε γνώση της απορρέουσας εξ αυτής οφειλής του. Σε κάθε δε περίπτωση, ο οφειλέτης έχει πρόσβαση στα τηρούμενα στη Δ.Ο.Υ. έγγραφα που αποτελούν το νόμιμο τίτλο. Για το λόγο αυτό, εξάλλου, η αμφισβήτηση της οφειλής από τον οφειλέτη γίνεται με την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 73 ΚΕΔΕ, με την οποία, κατά ρητή πρόβλεψη της διάταξης της παρα-γράφου 1 α’ εδ. β’ του εν λόγω άρθρου, δύναται να προσβληθεί όχι μόνο η νομιμότητα της διαδικασίας της ταμειακής βε-βαίωσης αλλά επιπλέον η ύπαρξη, το ύψος της οφειλής ή η εγκυρότητα του νόμιμου τίτλου, ήτοι το νόμο και ουσία βάσιμο της οφειλής, και να επιτευχθεί η ακύρωση, εν όλω ή εν μέρει, της ταμειακής βεβαίωσης για λόγους ουσίας.
Συνεπώς και λαμβανομένου υπόψη ότι στη δίκη της ανακοπής ο μεν ανακόπτων επέχει κατ’αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, αρκεί το Δημόσιο να προσκομίσει τα έγγραφα του νομίμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οπότε παρέχεται στον μεν οφειλέτη η δυνατότητα αμφισβητήσεως της οφειλής του στη σχετική δίκη, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της.
Στην προκειμένη περίπτωση … όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, σε αυτήν αναγράφεται μόνο το συνολικό ποσό της βεβαιωθείσης σε βάρος του ανακόπτοντος οφειλής, ήτοι 270.028,54 ευρώ, η ημερομηνία και η αιτία της οφειλής (εκχωρήσεις απαιτήσεων δανείων Τράπεζας Κρήτης), χωρίς κανέναν ειδικότερο προσδιορισμό, παρότι, σύμφωνα με την αναγγελία η απαίτηση αφορούσε κεφάλαιο ποσού 173.624,88 ευρώ, πλέον τόκων από 25-9-2002. Δεν γίνεται δηλαδή στην ταμειακή βεβαίωση, όπως θα έπρεπε για το ορισμένο και σαφές αυτής, διαχωρισμός στα αντίστοιχα κονδύλια κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους, τόκους υπερημερίας, τόκους τόκων και λοιπά έξοδα, … ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής από τον ανακόπτοντα αλλά και από το δικαστήριο. Η ασάφεια και αο-ριστία αυτή δεν αίρεται από άλλα έγγραφα, που έχουν κοινοποιηθεί στον ανακόπτοντα, … καθόσον το μόνο τέτοιο έγ-γραφο είναι η σχετική «αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεων» της τράπεζας «… AE», στην οποία το μόνο που αναφέρεται είναι η ημεροχρονολογία της εκχώρησης και το ποσό της εκχωρούμενης απαίτησης, χωρίς διάκριση σε κεφάλαιο και τό-κους ή αναλυτικό προσδιορισμό τόκων ή επιτοκίων ή λοιπών προσαυξήσεων. Από την ατελή όμως και αόριστη ως άνω περιγραφή των ένδικων απαιτήσεων, ο ανακόπτων υφίσταται βλάβη, συνιστάμενη στην αδυναμία του να ελέγξει το α-κριβές ύψος της οφειλής του και να αποκρούσει αυτήν, η βλάβη δε αυτή δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της αόριστης αυτής ταμειακής βεβαίωσης». Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρ-ριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και κατ’ αποδοχή της ανακοπής του αναιρεσίβλητου είχε ακυρώσει για το λόγο αυτό την ταμειακή βε-βαίωση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) και 61 του π.δ. 16/1989, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι δηλαδή από τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν το πρώτον κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικα-στηρίου, προκύπτει με σαφήνεια το είδος του εσόδου (εκχωρήσεις από απαιτήσεις δανείων της Τράπεζας Κρήτης), η αιτία της οφειλής (πίστωση αλληλόχρεου λογαριασμού), ενώ αναφέρεται και το συνολικό ύψος της οφειλής, τα δε επιμέρους κονδύλια του χρέους (κεφάλαιο, χρεολύσιο, τόκοι υπερημερίας και λοιπές επιβαρύνσεις) προκύπτουν από το χρηματικό κατάλογο και τα συνοδευτικά αυτού έγγραφα, και συνεπώς ο μεν αναιρεσίβλητος-οφειλέτης είχε τη δυνατότητα αμφισβη-τήσεως της οφειλής του στη σχετική δίκη, το δε δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της, είναι αβάσιμα.
Ακολουθήστε μας στο Twitter Ακολουθήστε μας στο Facebook

Copyright© 2006-2014 - Νομικά χρονικά - All Rights Reserved