Νομολογία - ποινικά

(ΜΑΡΤΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2017 - ÔÅÕ×ÏÓ 94) Αριθμός απόφασης: ΑΠ 121/2017 Τμήμα: Ζ’ Πρόεδρος: Γεώργιος Σακκάς, Αντιπρόεδρος, Εισαγγελέας: Κων/νος Παρασκευαΐδης, Αντεισαγγελέας Εισηγητής: Βασίλειος Καπελούζος
Αναιρείται λόγω θετικής υπέρβασης εξουσίας η καταδικαστική απόφαση, διότι εσφαλμένως το Εφετείο Πλημμελημάτων δέ-χθηκε ότι ήταν ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της έφεσης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κατά της πρωτοβάθμιας αθωωτικής απόφασης, καθώς έπρεπε σε αυτήν να μνημονεύονται έστω κατ’ είδος τα αποδεικτικά μέσα και οι συγκεκριμένες πλημμέλειες ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και τα κατ’ ορθή εκτίμηση αυτών πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και των υποκει-μενικών όρων των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κρίθηκε αθώα η κατηγορούμενη.
Νομικές διατάξεις: Άρθρα 486 παρ. 3, 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
[…] Από τις διατάξεις των άρ. 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα για έφεση του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρ. 486 παρ. 3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρ. 2 παρ. 19 Ν. 2408/1996, ορίζει ότι «η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη».
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση, δεδομένου, μάλιστα, ότι, με την απαγγελία της αθωωτικής αποφάσεως στο ακροατήριο (με συνοπτική συνήθως αιτιολογία), ο Εισαγγελέας έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου. Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 515/2016 απόφαση… το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων δέχθηκε ως τυπικά παραδεκτή την έφεση του Εισαγγελέως Εφετών Ιωαννίνων κατά της 483/2015 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, στη συνέχεια δε, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη πλαστογραφίας με χρήση και απάτης στο δικαστήριο και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα.
Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από την αρμόδια Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων… αναφέρεται ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απαλλακτικής αποφάσεως διότι:
«Το Δικαστήριο με την ως άνω εκκαλουμένη απόφασή του έσφαλε στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, καθώς δεν αξιολόγησε ορθά τις δύο γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες που συντάχθηκαν, ήτοι: α) την με αριθμ. πρωτ. ... /22.4.2012 από το Εργαστήριο Δικαστικής Γραφολογίας της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ., μετά από σχετική παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων στο στάδιο της ανακριτικής διαδικασίας και β) την από 15.4.2014 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του ειδικού δικαστικού γραφολόγου…, που συντάχθηκε σε εκτέλεση της αριθμ. 731/2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Με βάση τα πορίσματα και των δύο εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης προκύπτει, ότι συντάκτης της από 29.8.2008 φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης της θανούσας στις 5.9.2008 Ε.Τ. δεν είναι η ίδια η αποβιώσασα-διαθέτης, αλλά τρίτο πρόσωπο. Προφανώς, συντάκτης της φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης είναι η Β.Τ. του Π., η οποία αναφέρεται ως η μοναδική κληρονόμος της αδελφής της Ε.Τ.. Εξάλλου, η ίδια στις 23.2.2009 προσκόμισε την ως άνω διαθήκη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και ζήτησε τη δημοσίευσή της και πέτυχε να δημοσιευθεί με το αριθμ. 128/2009 πρακτικό του Δικαστηρίου αυτού, προέβη στη συνέχεια σε αποδοχή κληρονομιάς με την αριθμ. .../28.4.2009 πράξη του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σωτηρίου Συγκούνα και ακολούθως μεταβίβασε με γονική παροχή στην κόρη της μέρος των ακινήτων της κληρονομιάς με το αριθμ. .../25.5.2009 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου.
Το Δικαστήριο εφόσον αξιολόγησε ορθά τα πορίσματα των ως άνω δύο εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, αλλά και τα πραγματικά περιστατικά, όπως τη δημοσίευση της διαθήκης, την αποδοχή κληρονομιάς και στη συνέχεια το συμβόλαιο γονικής παροχής, έπρεπε να κηρύξει ένοχη την κατηγορούμενη».
Η πιο πάνω αιτιολογία της εφέσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η κατηγορούμενη - ήδη αναιρεσείουσα κηρύχθηκε αθώα για τις πιο πάνω πράξεις και, επιπλέον, δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και των υποκειμενικών όρων των ως άνω αξιόποινων πράξεων.
Ειδικότερα: α) Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της εκκαλουμένης αποφάσεως και των πρακτικών της, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, προκειμένου να οδηγηθεί στην απαλλακτική για την κατηγορένη κρίση του, έλαβε υπόψη την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων (πολιτικής αγωγής και υπερασπίσεως) που εξετάστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, καθώς και την απολογία της κατηγορουμένης, η οποία ήταν παρούσα κατά τη διαδικασία. Έπρεπε, λοιπόν, στην έφεση να μνημονεύονται, έστω και κατ’ είδος, τα αποδεικτικά αυτά μέσα και οι συγκεκριμένες πλημμέλειες ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και τα κατ’ ορθή εκτίμηση αυτών πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και των υποκειμενικών όρων των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κρίθηκε αθώα η κατηγορούμενη. Όμως, σ’ αυτήν δεν μνημονεύονται οι αποδείξεις που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο (πλην των δύο γραφολογικών πραγματογνωμοσυνών), ούτε γίνεται αναφορά, ότι με βάση τις αποδείξεις αυτές προκύπτουν περιστατικά που θεμελιώνουν την ενοχή της κατηγορουμένης για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και απάτης στο Δικαστήριο και επομένως, αυτή, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κρίθηκε αθώα. Το Τριμελές, όμως, Πλημμελειοδικείο έλαβε υπόψη, εκτός από τα αποδεικτικά αυτά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων πολιτικής αγωγής και υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και προσκομίσθηκαν, καθώς και την απολογία της κατηγορουμένης. Τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το πρωτόδικο Δικαστήριο στην αθωωτική για την κατηγορούμενη κρίση του προέκυπταν από το σύνολο των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία ουδόλως αναφέρονται στην έφεση που ασκήθηκε από τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, ούτε αυτός αντικρούει με συλλογισμούς την, περί της αθωότητος της κατηγορουμένης, κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ώστε να προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τα αποδεικτικά αυτά μέσα.
Περαιτέρω, δεν αιτιολογείται ειδικώς, προκειμένου περί του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, 1) ο δόλος της κατηγορουμένης που περιλαμβάνει τη γνώση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών αυτών, 2) ο σκοπός της κατηγορουμένης [υπερχειλής δόλος] να παραπλανήσει τρίτους, με τη χρήση της διαθήκης, για το γεγονός της πραγματικής θελήσεως της διαθέτιδος, που θα είχε έννομη συνέπεια στη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της τελευταίας.
Επομένως, το Τριμελές Εφετείο, με το να δεχθεί ως παραδεκτή την ανωτέρω έφεση, χωρίς καν να ερευνήσει αν αυτή είχε την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους της, προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και να κηρύξει ένοχη την κατηγορούμενη, υπερέβη θετικά την εξουσία του και ο σχετικός, από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Αφού δε η απόφαση αυτή αναιρείται λόγω του απαραδέκτου της εφέσεως του Εισαγγελέως και η πρωτόδικη απόφαση είναι αθωωτική, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως, κατ’ άρ. 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο και πρέπει ο Άρειος Πάγος να απορρίψει την έφεση του Εισαγγελέως κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως, ως απαράδεκτη.

Ακολουθήστε μας στο Twitter Ακολουθήστε μας στο Facebook

Copyright© 2006-2014 - Νομικά χρονικά - All Rights Reserved