Νομολογία - πολιτικά

(ΜΑΡΤΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2017 - ÔÅÕ×ÏÓ 94) Αριθμός απόφασης: ΑΠ 1423/2017 Τμήμα: A2 Πρόεδρος: Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος: Δ. Παπαντωνοπούλου Εισηγητής: Αντ. Ζευγώλης
Έννοια εικονικής δικαιοπραξίας σε περίπτωση εκχώρησης απαίτησης. Το αναιτιώδες της σύμβασης εκχώρησης.
Νομικές διατάξεις: 138, 455 ΑΚ.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
[…] Κατά το άρθρο 138 ΑΚ, «δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της». Η έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφ’ εαυτής και εμπεριέχει και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας θεωρείται αυτονόητα ότι συντρέχει. Η εικονική δικαιοπραξία είναι άκυρη, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη κατά την έννοια του άρθρου 180 ΑΚ. Άκυρη λόγω εικονικότητας μπορεί να είναι και η σύμβαση εκχώρησης (άρθρα 455 επ. του ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα να μη μεταβιβάζεται στον εκδοχέα οποιοδήποτε δικαίωμα. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον εκχωρούντα οφειλέτη, ο οποίος είναι τρίτος, μη συμβαλλόμενος στη σύμβαση εκχώρησης (Α.Π. 2187/2007). Η σύμβαση εκχωρήσεως είναι δικαιοπραξία εκποιητική, αφού άμεσο αποτέλεσμά της είναι όχι η ανάληψη κάποιας ενοχικής υποχρεώσεως από τον εκχωρητή, αλλά η απώλεια της απαιτήσεως γι’ αυτόν υπέρ του εκδοχέα. Επίσης η εκχώρηση είναι σύμβαση αναιτιώδης, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται το κύρος της από την ύπαρξη ή ανυπαρξία ή ακυρότητα της υποκείμενης σ’ αυτήν εσωτερικής αιτίας, δηλαδή της βασικής υποσχετικής δικαιοπραξίας, η οποία απετέλεσε την αιτία και το σκοπό της συνάψεώς της. Ο κανόνας όμως αυτός σχετικά με ότι η περί εκχωρήσεως εκποιητική σύμβαση είναι ανεξάρτητη της αιτίας αυτής, δεν εφαρμόζεται εάν η αιτία της εκχωρήσεως είναι αθέμιτη, όπως και εάν από το περιεχόμενο της συμβάσεως εκχωρήσεως προκύπτει ότι τα μέρη εξάρτησαν το κύρος και την ενέργεια της συμβάσεως εκχωρήσεως από το κύρος και την ενέργεια εκείνης, οπότε παύει πλέον ο αφηρημένος χαρακτήρας της εκχωρήσεως και επομένως, όχι μόνο τα συμβληθέντα μέρη μεταξύ τους, αλλά και ο οφειλέτης νομιμοποιείται να επικαλεσθεί κατά του εκδοχέως την ανυπαρξία ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, η οποία είναι δυνατόν να μη περιέχεται στην εκποιητική περί εκχωρήσεως σύμβαση, αλλά να προηγηθεί σε άλλη υποσχετική σύμβαση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Τέτοια νόμιμη αιτία είναι μεν η πώληση, όχι όμως και η εξασφάλιση απαιτήσεως εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση, η οποία δεν αναγνωρίζεται υπό του νόμου ως justa causa μεταβιβαστική κυριότητος και για το λόγο αυτό η για την τελευταία αυτή αιτία γενομένη σύμβαση μεταβιβάσεως ακινήτου είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικείμενη στην από λόγους γενικότερου συμφέροντος υπαγορευθείσα επιτακτική διάταξη του άρθρου 1033 σε συνδυασμό και προς το άρθρο 1239 ΑΚ. Η ακυρότητα αυτή εκτείνεται και στο προσύμφωνο, στη σύμβαση δηλαδή εκείνη, με τη οποία υπόσχεται κάποιος τη σύναψη συμβάσεως για τη μεταβίβαση ακινήτου, για τη μη αναγνωριζομένη από τον νόμο ως άνω αιτία της εξασφαλίσεως της απαιτήσεως του δανειστού (ΑΠ 818/2013, ΑΠ 920/2012, ΑΠ 20/2012, ΑΠ 1340/2008).

Ακολουθήστε μας στο Twitter Ακολουθήστε μας στο Facebook

Copyright© 2006-2014 - Νομικά χρονικά - All Rights Reserved