Πραγματικοί ισχυρισμοί και θεμελιώδη δικονομικά συστήματα

Καλλιόπη Μακρίδου
Καθηγήτρια Α.Π.Θ.

32o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενώσεως Ελλήνων Δικονομολόγων (4-7/10/2007, Καλαμάτα)

Στην κοινή παραδοχή ότι η «δικαστική απόφαση θεμελιώνεται στους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν νόμιμα προβληθεί από τους διαδίκους και ως προς τους οποίους οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να ακουστούν» βρίσκουν την έκφρασή τους όλα τα θεμελιώδη δικονομικά συστήματα. Ειδικότερα, κατά το συζητητικό σύστημα, οι πραγματικοί ισχυρισμοί προβάλλονται από τους διαδίκους. Η προβολή αυτή γίνεται νομίμως, με άξονα την αρχή τηρήσεως προδικασίας για τους αγωγικούς ισχυρισμούς και το σύστημα συγκεντρώσεως για τους αμυντικούς. Τέλος, το δικαίωμα ακροάσεως περιορίζει την εφαρμογή του συζητητικού συστήματος μόνο σε όσους πραγματικούς ισχυρισμούς είχαν οι διάδικοι την ευκαιρία να ακουστούν. Η νομολογία του Ακυρωτικού, κατά την ερμηνεία του όρου «πράγμα» (ΚΠολΔ 559 αριθ. 8 λόγος αναιρέσεως), δίδει τον ορισμό του
πραγματικού ισχυρισμού. Πρόκειται «για αυτοτελείς ισχυρισμούς, που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως, επανενστάσεως κλπ,
ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης».



Τα θεμελιώδη δικονομικά συστήματα που διατρέχουν την πολιτική δίκη εκφράζουν ένα «σύστημα αξιών». Με τη συνταγματική τους κατοχύρωση προστατεύονται από τις πολιτικές εξελίξεις. Η διεθνής τους κατοχύρωση προδίδει, εξάλλου, την ανάγκη συνεργασίας των κρατών μεταξύ τους. Το ΔΑΔ δίδει σαφείς κατευθύνσεις στα εθνικά δικαστήρια, ως προς τον τρόπο που τα τελευταία οφείλουν να ερμηνεύουν τις δικονομικές διατάξεις. Το δικαίωμα έννομης προστασίας (6 παρ. 1 ΕΣΔΑ) ανυψώνεται σε ύψιστο διεθνές δικονομικό αξίωμα, με εκδηλώσεις την ταχεία εκδίκαση της διαφοράς, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια, υπό την έννοια της εξάλειψης των πραγματικών και νομικών εμποδίων για την άσκηση κάθε δικαιώματος.



Την κορυφαία μεταξύ των δικονομικών αρχών θέση καταλαμβάνει το συζητητικό σύστημα. Η κεντρική του ιδέα συνοψίζεται στη συγκέντρωση του πραγματικού υλικού αποκλειστικά με ευθύνη των διαδίκων. Η κοινή αυτή παραδοχή εκφράζει μεν τον πυρήνα του συζητητικού συστήματος, δεν απαντά, ωστόσο, σε δύο ειδικότερα ερωτήματα. Κατά πρώτο, ερωτάται, σε ποιο σημείο σταματά το, κατά το συζητητικό σύστημα, δικονομικό βάρος του διαδίκου να επικαλεστεί εξειδικευμένα τα γεγονότα που θεμελιώνουν το επιθετικό ή αμυντικό του αίτημα. Βέβαιο είναι, ότι δεν επιβάλλεται εξαντλητική εξειδίκευση των ουσιωδών γεγονότων. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε σοβαρή σύγχυση μεταξύ γεγονότων που οι διάδικοι οφείλουν να επικαλεσθούν και να αποδείξουν.



Ενδεικτικά μόνον αναφέρονται, ως παγκόσμια πρωτοτυπία, δύο πρόσφατες εφετειακές αποφάσεις, από τις οποίες η μεν
πρώτη απέρριψε λόγω αοριστίας το αίτημα αποζημιώσεως για
ποσό που καταβλήθηκε από τον ενάγοντα, τραυματία
σε αυτοκινητικό ατύχημα, σε γιατρούς και νοσηλευτές, διότι δεν αναφέρθηκαν στην αγωγή τα ονόματα των τελευταίων, η δε δεύτερη απέρριψε για τον ίδιο
λόγο αγωγή ακυρώσεως δικαιοπραξίας λόγω απειλής, διότι θεώρησε ότι η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος επικλήσεώς της με τη μνεία, ότι ο εναγόμενος την φόβιζε και απειλούσε να την σκοτώσει, αλλά όφειλε να εκθέσει στην αγωγή λεπτομερώς όλα τα γεγονότα που στοιχειοθετούσαν τη χρήση απειλής. Αυτή είναι, δυστυχώς, η εικόνα της πλειοψηφίας των δικαστηρίων της ουσίας, εικόνα άγνωστη στα αλλοδαπά δίκαια. Το δεύτερο ερώτημα συνδέεται με την αναγνώριση στον δικαστή πρωτοβουλιών καθοδηγητικών του διαδίκου για την επεξήγηση και συμπλήρωση των ουσιωδών περιστατικών. Εδώ, η ελληνική έννομη τάξη τα μέγιστα θα μπορούσε να ωφεληθεί από τα πορίσματα αλλοδαπών δικαίων. Στα ευρωπαϊκά, λοιπόν, δίκαια, το συζητητικό σύστημα δεν ορθώνει κανένα εμπόδιο στην καθοδηγητική παρέμβαση του δικαστηρίου προς τους διαδίκους. Αντιθέτως, μάλιστα, αυτή θεωρείται απολύτως αναγκαία, διότι εξασφαλίζει την ταχύτερη και ορθότερη διάγνωση της ουσίας.



Το άρθρο 236 αποτελεί ισχύουσα διάταξη του ΚΠολΔ, στην οποία προβλέπεται ρητά καθήκον του δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση να φροντίζει, ώστε οι διάδικοι «να εκφράζονται σαφώς για όλα τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα». Η νομολογία Α.Π. των τελευταίων 15 ετών επιτρέπει στον ενάγοντα να συμπληρώνει και να διευκρινίζει τα προβληθέντα κρίσιμα περιστατικά μετά από παρότρυνση του δικαστηρίου, επιτρέποντας τη θεραπεία της πραγματικής -αλλά όχι και της νομικής- αοριστίας. Η αρχή τηρήσεως προδικασίας αποσκοπεί στον έγκαιρο και σταθερό καθορισμό του αντικειμένου της δίκης, όπως αυτό συντίθεται από το αίτημα και την ιστορική βάση, ώστε να αποφεύγεται ο αιφνιδιασμός του αντιδίκου. Το ορισμένο της αγωγής (ΚΠολΔ 216 παρ. 1) δεν αποτελεί έκφραση της σχετικής αρχής, ούτε η απουσία κρίσιμων πραγματικών ισχυρισμών από το αγωγικό δικόγραφο ή η ελλιπής εξειδίκευσή τους νοείται, ορθότερα, ως παράβαση της προδικασίας. Ανάλογα προς τα ισχύοντα επί αγωγής, οι ενστάσεις πρέπει να περιέχουν ολοκληρωμένη παράθεση των κρίσιμων πραγματικών ισχυρισμών που θεμελιώνουν το αίτημά τους (ΚΠολΔ 262 παρ. 1). Η διάταξη δεν αποτελεί απόρροια της αρχής προδικασίας, αφού η ένσταση ουδέποτε εισάγει αυτοτελές αντικείμενο δίκης. Οι ενστάσεις κινδυνεύουν επίσης από αοριστία, αναγκάζοντας τον εναγόμενο συχνά σε αναφορά περιττών γεγονότων. Το φαινόμενο αυτό οδήγησε στη θέσπιση του ΚΠολΔ 240, ως προς την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο. Η διάταξη αποτελεί απόρροια της υπερβολής εκ μέρους των δικαστηρίων κατά την εφαρμογή του ΚΠολΔ 262 παρ. 1. Βέβαιο είναι, ότι αν αρκούνταν τα δικαστήρια σε μία λιτή αναφορά των ουσιωδών γεγονότων που θεμελιώνουν το αίτημα της ενστάσεως, το άρθρο 240 ΚΠολΔ δεν θα είχε λόγο υπάρξεως. Στη συνέχεια τίθεται το ερώτημα, αν η αρχή τηρήσεως προδικασίας εμποδίζει τη συμπλήρωση των ελλείψεων όσων πραγματικών ισχυρισμών συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής. Με άξονα το ΚΠολΔ 224 εδ. β, η απάντηση είναι θετική, και προς αυτή την κατεύθυνση κινείται από το έτος 1992 η κρατούσα γνώμη του Ακυρωτικού.



Το συγκεντρωτικό σύστημα περιορίζει το συζητητικό σύστημα μόνο σε όσους αμυντικούς ισχυρισμούς έχουν νόμιμα προβληθεί από τους διαδίκους. Όπως είναι γνωστό, ο ν. 2915/2001 τροποποίησε το ΚΠολΔ 269, αξιώνοντας επιπροσθέτως την επίκληση και απόδειξη της άγνοιας του διαδίκου ή της αδυναμίας του να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων. Με δεδομένη την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των εγγράφων, δικαιολογημένες είναι οι επικρίσεις του περιορισμού, ο οποίος φαίνεται να παρεμποδίζει την έκδοση ορθής δικαστικής αποφάσεως. Το δικαίωμα ακροάσεως σε συνδυασμό με την αρχή της προφορικότητας που διέπει τις ειδικές διαδικασίες οδήγησε την Ολ Α.Π. στην έκδοση της υπ΄αριθμ. 2/2005 αποφάσεως, ως προς τον τρόπο προβολής των αυτοτελών ισχυρισμών κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Οι ενστάσεις δεν αρκεί να περιλαμβάνονται στις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο, αλλά απαιτείται, επί ποινή απαραδέκτου, η προφορική (έστω και συνοπτική) ανάπτυξη και καταχώρισή τους στα πρακτικά. Μολονότι η Ολ Α.Π. αφορά στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου η κατάθεση προτάσεων είναι προαιρετική, η ίδια λύση θα πρέπει -για την κατοχύρωση του δικαιώματος ακροάσεως-, να ισχύσει τόσο στην τακτική διαδικασία του ΜονΠ, όσο και στους ισχυρισμούς που παραδεκτά προβάλλονται στο ακροατήριο του ΠολΠ -τακτική διαδικασία-, «με προτάσεις ή προφορικά» (ΚΠολΔ 269 ΙΙ). Στο πεδίο της προβολής των πραγματικών ισχυρισμών, η αρχή της «τυπικής ισότητας των διαδίκων» γνωρίζει δύο σοβαρές αποκλίσεις. Η πρώτη προβλέπεται στο ΚΠολΔ 527 παρ. 1, με την καθιερωμένη στη δευτεροβάθμια δίκη εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα. Ο εφεσίβλητος, αμυνόμενος κατά της εφέσεως, δικαιούται να προτείνει οποιοδήποτε πραγματικό ισχυρισμό -οψιγενή ή μη-, χωρίς περιορισμούς από το σύστημα συγκεντρώσεως, εφόσον δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, χάριν διαφυλάξεως της ισχύος της εκκαλουμένης. Η δεύτερη παραβίαση της αρχής αφορά στην προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., με την αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη εκ μέρους του δικαστηρίου της ενστάσεως παραγραφής των κατ' αυτών αξιώσεων. Μολονότι σε τρεις πρόσφατες αποφάσεις της, η Ολ Α.Π. αντιλαμβάνεται την προνομιακή αυτή ρύθμιση εναρμονισμένη με το ΚΠολΔ 106, τέτοια εναρμόνιση δεν είναι ορατή. Μεταξύ των σοβαρότερων επιχειρημάτων, που η αντίθετη άποψη επιστρατεύει, αποτελεί η εύστοχη επισήμανση, ότι ο αντίδικος του Δημοσίου ιδιώτης στερείται της δυνατότητας να επικαλεστεί αναστολή ή διακοπή της παραγραφής, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή της αξιώσεώς του. Η απάντηση, ότι ο ιδιώτης δικαιούται να προτείνει καθ' υποφορά τις σχετικές αντενστάσεις, καταλήγει σε παραβίαση του ΚΠολΔ 216, διότι υποχρεώνει έμμεσα τον ενάγοντα ιδιώτη να αναφέρει στο εισαγωγικό δικόγραφο γεγονότα που δεν είναι θεμελιωτικά του αγωγικού αιτήματος.



Συμπερασματικά, αποτελεί σήμερα πρόκληση για τον δικονομικό νομοθέτη να βρει το «μέτρο» του συμβιβασμού των αντίρροπων αρχών. Η ίδια πρόκληση επιφυλάσσεται για τον δικαστή, ο οποίος καλείται να εφαρμόσει τους δικονομικούς κανόνες τηρώντας το «μέτρο». Το ΔΑΔ δίδει σαφείς κατευθύνσεις για την εύρεση αυτού του «μέτρου». Στην πρόσφατη (5-7-2007) απόφασή του, Λιοναράκης κατά Ελλάδος, όπως και σε προηγούμενες αποφάσεις του, τονίζει ότι οι προϋποθέσεις του παραδεκτού μίας προσφυγής στη δικαιοσύνη δεν μπορεί να περιορίζουν σε τέτοιο βαθμό την πρόσβαση σ' αυτήν, ώστε τελικά να προσβάλλεται η ίδια ύπαρξη του δικαιώματος. Με οδηγό τη νομολογία του ΔΑΔ, τα θεμελιώδη δικονομικά συστήματα θα πρέπει να αποτελούν εγγυητές και όχι φραγμούς στην απονομή δικαιοσύνης. Οι προϋποθέσεις του παραδεκτού των πραγματικών ισχυρισμών λειτουργούν ως ασφαλιστικές δικλείδες, εφόσον βρίσκονται σε αναλογία προς τις επιδιώξεις της πολιτικής δίκης διευκολύνοντας και όχι δυσχεραίνοντας την εξέταση της ουσίας.
Ακολουθήστε μας στο Twitter Ακολουθήστε μας στο Facebook

Copyright© 2006-2014 - Νομικά χρονικά - All Rights Reserved